Δευτέρα 13 Μαΐου 2019

Φυτεύγω Δεντρωώδω 18: Θαυμασφάι "Η Αμαγεία" ή Upon Siloencing the Hanspbroken

Φυτεύγω Δεντρωώδω 18: Θαυμασφάι "Η Αμαγεία" ή Upon Siloencing the Hanspbroken



Voice was vice
as she remain'd
skyperactive.
Ισσαντόρ Κοντυκάσι

Γιαπανταθασαγατέμνων, εισπνέω και προφυτεύω, όσα αίγινα νίδι, φλογέρος, λένε, θα πάει πριαποπέσιμο ή αποαποστασησχέσιμο βαρκαριαίο, άλλη μια απόδειξη ότι οι φωτοκοπιαστικές προσπάθειες δεν ανταμοίβονται, όη θωποιός πεθαίνει από βιασυνιστωσανίδι, αποκόλαση από το νερό ως τέτοιο, άλλη μια απόδειξη ότι το πιο μαγικό φαινόμενο στον κόσμο είναι ότι θα μας φάει η αμαγεία, το σύμπαν μέσα σ' ένα φαβελανίδι, η μεγαθηριοδαμάστρια κτηνίζεται, πλην αντιτέχνης και γυναιξί, το χέρι της πάνω από το δικό μου αποκινήθηκε, έμοιαζε με τα νιάτα της Τζάκι Μαξί, καθώς υποκοιμήθηκε. Ας επανέλθουμε στην ιστορία του επιπλεωφορείου, να χνωριστούμε καλύτεραλ, εάν όντως υπάρχει βαρκαριαία αποκόλαση είναι η συζήτηση ένασπρος έναν, ε, ξπεριζώνοντας ανεμμονές, σταμάτια να τη σκέφταις, ε, έστω και για μιάστη γμή, συγκεντρώσου στα παλιά νοήματα του Ερωτίμο Θηλύρη: Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στον μύθο του Παραμορφέα και της Παραπλευριδίκης και στον θυμό της τετραγωνίας του Κυκλώτ; Η διαφορά ανάμεσα στα θερμοπαρακαλόγραμμα και στα παρεμουμιαπίπεδα πόσο να διαφέρει από αυτήν μεταξύ μεσοτυχίας και αντιστυχίας; Τα εγκαρδάκρυά του απαντήσεις σε προσευχομαιναβρεξάγονα εδάφη αμολυβδοθηκαιολόγητων μετακινοήσεων, η θυμολογία της μυθολαγνείας να γίνγκει αντίσκοινό της και η μυθολαγνεία της θυμολογίας να γύνη αντίσπηξή του. Ευτυχώς περιτριγυριζόταν από τις στρατιές της Διασπασίας ("προσό-χιχί!"), φραντσκαφκάσιοι αεροδρομοκράτες, μισοί παιδερασταφαριανοί και μισοί δεγκζεροπουπαοκτζήδες, ξυπνώντας στη μέση της Νύχτας εξαιτίας της ανάμνησης των χρυσών δοντιών από τ' οδοντοκρεματόριο νιώθοντας ευνοχές για όποιον έχει δεσποτιφάει και για όποιον δεν έχει να φάει, η ζωή του καθαρός παρασιτοϊσμός (καθώς το Παρασιτώ βασίζεται στο Αρχατέλλον Παρασιτάο), έγινε ο ανθρωπώλης στο μαλαρκτικό ψύχως ή το απανθρυπαντικό αντικό λιτικί πτύχης, ή [...] ή [...] ή-ει-σπνέει και προφυτεύει εν προώδω την παρενθέωση Α', (σαγγίζω και βάζεις ότι προϋπαντύρξε saggύλες), κάποτε ξυπνούσε γλυκά καθώς ουρλιαχτίδες έμπαιναν από το παράθυρο, μα τώρα εκπνέι και προφυτεύει, αφού καταμέτρησε τις παγακίδες που τεχνηεντοσθίως αγαπέφυγε κι αγαπέρριψε [ΣΑΤΑΝ, ΝΤΑΜΑ, Η ΣΟΡΦΙΑ ΟΡΦΕΟΣΕΙΡΑΧ-ΔΟΛΟΞΟΛΟΤΛ ΚΑΙ ΦΩΣΙΑ ΠΑΠΑ-ΜΙΔΑ, ΤΑ ΔΥΟ ΣΤΑΔΙΑ ΕΙΡΗΝΗΣ ΜΗΧΑΝΟΦΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΩΝ ΑΡΜΑΤΩΝ, ΡΑΜΙΑ, ΤΟ ΔΕΚΑΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ, ΣΑΚΙΑ, ΝΕΣΚΙΑ, ΝΤΙΚΩΝΣΤΑΝΑ, ΑΤΙΜΙΤΣ, ΝΤΑΡΕΑΝ, ΜΠΑΓΚΙ, ΙΑΜ, ΒΙΕΣ, ΜΑΤΥ, ΕΛΗ, ΛΙΒΕΩΡ, ΦΑΙΗ ΜΕΝΕΞΕ, ιδρώθηκαν μετά από χρόνια τυχαία και χαιρεκακίθηκαν στο όνομα μιας αρχαίας καταστροβιολογίας που απομεινάρια της έμειναν στο κοινό τους κατάστρεμμα, ΡΑΣΑ, ΜΑΚΑΡΝΤΙΑ Η ΠΤΩΧΙΑ ΤΩ ΝΕΥΜΑ, ΛΕΑΙΝΑ ΞΕΣΚΟΝΟΠΕΙΝΑ], με μια αυνάσα θυμάται τη συζήτηση πριν από τα χρόνια της τεσσεραμισού, όπως ακουγόταν στο ραπδιόφθονο: "σχολιάζετε κι οι δυο την αφέλειά σας του να σχολιάζετε πως δε σας αρέσει του μετώπου σας η αφέλεια / σχολιάζεις μέσα σου πως δε σε νοιάζει πως βάζεις κιλά γιατί μαγειρεύει τόσο τέλεια" - "χαχα, τι είπε πάλι" αναφθονεί ο χρυσανθυμαμαικαλαμουχεσπί τετρακοσιαταίσαρας - και μετά εκπνέει και, εκπεμπναί, ω, παρενδέυση Β', ω, ΔΕΣΠΩΣΠΟΝΑ, ω, αυτό που προφύτευσε και ο γεωμαίτρ, αιγ-ώ, αυτή που του χάχρυσε το άγγρηγμα του μιδενός, ω, [Νιώθει μια αδυναμία, αδυνατεί να νιώθει, νιώθει να εκφράζεται, εκφράζει ό,τι νιώθει, αδυνατεί να εκφραστεί, εκφράζει την αδυναμία της, νιώθει ότι αδυνατεί να εκφραστεί, νιώθει ότι εκφράζει την αδυναμία της, αδυνατεί να νιώσει ότι εκφράζεται, αδυνατεί να εκφράσει ό,τι νιώθει, εκφράζει πως νιώθει μια αδυναμία, εκφράζει πως αδυνατεί να νιώσει, νιώθηση, αδηνομία, υγρέκφραση] και οι εξηγαστήρες φαντασιωπούν μαρκησιστικές ΣανταΦιώσεις σε μια δίνη οδυνηρής άρνησης της οδύνης στο γνωμης:αποσκοπείο της μετέπειτα μεγαλύτερης οδύνης (και δεν ίσχυσε ποτέ το ίδιο για την ηδονή - η εξαπάντηση της εμμονομαγείας σε διάλογο με την πολυσαντροφητικότητα), και, ω, παρένσφρηση Γ', τουτέστιν, η τελευταία προφυτεία γνωστή ως απομυθεπώαση και ως "ακομηεδώεσυ" και ως #συνειπωδίεση, γνωστή και ως η σωστή γραμματική κλίση [ωρωπώς, ωρωπού, ωρωπότε, ωρωγιατί, χαρωπώς, χαρωπού, χαρωπότε, χαρογιατί, χάρος σκοπός, χάρος παππού, χάρος τότε, χάρος-γατί], τουτέστιν, το αντικοινωνικό συμφώνι που ελεύθερα βούλωσε, ήταν φιλοστοϊκός οργανισμός, η φυσιολογία της θηλής της είναι η θησειολογία της φυλής της, η μορφή της είναι Μπουτοτσέλο, περδεύεται, ζαλίζεται, στροβιλίζεται, εκτραχηλίζεται, ξεχειλίζεται, ξεκοιλίζει, ίσως κάποτε πιούμε μαζί το μη-αντιlipton τσάι μας, Πάτερ σειρηνειρμών Κοέν τοις ουρολογικής κλινικής συνάντησε τον Νουβέλ Βάγκνερ και από κοινού τραγουδούν:

Ωσταυτή είν' η steelα στ' ωστικό ποτάμι Λαιμοσφιγγουάνα
Που εκφυλοσοφεί το ουμπουντουάρρητο ανηδείπωτο.
Οσταυτί είν' η χάλυβδη π' ανυπακούει στ' όνομα Μορτσουγκράνα
που ξεπέτσιασε τον Μαστροξεπέτο, τον ξετσίπωτο.

Με τα γλυκοπιοτρόνιά μου την πίκρανα. (Προσό-χαχά!)
Κροράκι Αφής. Αφέντης ΜακΓκρα.
Τα φεγγαροφωτόνια έχω για δίκρανα. (Προσό-χεχέ!)
Γρεράκι Αφ'ής. Αφέντρα Μαργκ-Ρά. (Ρε!)

Μαζί συνθέτουν το Alice-ο-Πρίαπο, μα τα ποζεροτρώνια κυνηγάν τους εφήμερους deadendεχνους, μαμόνος του τραγουδώ το δεβλεπωτηνωρατόριο μιλώντας τημ αργκώ ενός εσκυμμένου επαρσιθαρρίστα σε συμπαράστυση ενός συνωμωσαϊκού φρεσκειμένου, αποδεικνύοντας συνεχώς πως δεν την ενστοικτίρω, εξισορρωπώντας την καλούμενη ποιότητα της ποίησης επικαλούμενος την ποσότητα της πόσησης, για να καπνίσω τον χρόνο που μεσολαβεί ανάμεσά μας και να τον εναποθέσω στο αβασταχτοδοχείο γιατί ήταν η μόνη που μπόρεσε να διαβασίσει την καλιγουλογραφία μου, μα δεν έχω βρει ακόμα το θάρρος να της διαβιβιάσω την αυτοβιαιογραφία μου ίσως γιατί ακόμα δεν την περιέχει. Η αυτοαναφορική παζλογία του Οκτικό:στάβιο Παθλ ίσως ονοφείλει ν' αρχίσει με μια φροϋδοποιό διαμφορά, ο Salviator Sigmundi Fraid Κωλομπράτσος προσθέτει στο Stratego το Superstratego και το Stratid που θα μεταβιφράσουμε σε Στρατεγώ, Υπερστρατεγώ (ή/στις κατά περιπτώσεις Καταστρατεγώ) και (δε θέλω να) Στραταυτό (προσώ-χοχό!), με παρέγωγά τους τον Στρατεγωισμό και τον Στραταλτρουισμό που με τη σειρά τους, σε κρυψηλές δόσεις οδηγούν στη μετατροπή του Υπερστρατεγωισμού σε Υπεραλτρουισμό και τανάπαλιν σε μια μάχη πραγμαμυστικότερων εναντίον μεγαλεπιβολικότερων προσδοκιόνων. [Στην πράξη, αυτή παίζει ζογκλυρικά φολκλαρυγγικά μαζί του με το Στρατεγώ καθώς αποφασίζει να (την) ακομακρίνει γιαναμηνκριθηκολογήσει προσβλέποντας και ταυτόχρονη υιάφεση αμαρτιαμάτ και κορύφεση ιαμαντική.] [Απόστρωτος λιθόστρατος απόστροφως εσωτρέφεται προσμένοντας το Σκωτάδι μακριά από τη Λιθοστράτη.] - θα χειροδωροκήσω τα Υπχάροντά μου με τα προκτερίσματα προτού εκφραστώ και νιώσω ότι θε να υποχθώ στην Αδηνομία για να ανακαλείψω το πρεσβούτυρο που θα επιτραχύνει το γνωσοκομειακό ασθμαινοφόρο που κουβαλά τη δειλοβγαινετική εξέλεξη μιας υπογλώσσας, δεμουεπιτρεπιστήμη διαστροφυσική, τελικό αποκρυσταλινικό αποκριθικοφυλάκειο, κι άραγε πώς θα ένιωθε αν πέθαινε πριν προλάβει να τη(ς) ξαναμφιλήσει, ούτε αδαμκαιευεληξιαρχεία, μήτε ευλεξία, ούτε δυσλοξία: μονάχα μία πανυπέτρατη και εμταφική αλεξία, θα με κάνει να τελειώσω, κυνκική περσεφωνία, βρισκειtitty ναγαπά και το σκαοτώνει αποαπόστπαση, η μικρούλα μου τηλεφόνισσα. Έμπηγε. Αθυρόφοβα. Έφαγε. Αθόστομα. Έφυγε. Αθεόρυβα. Ποτεμηλεσποτεδεθασαγαπομητρεμνήστρα.