Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Άβαλον - Ωγυγία.

Άβαλον - Ωγυγία.

Είχα ένα πολύ βαρετό μάθημα στατιστικής πριν από λίγο. Είχα διαβάσει από πριν την ύλη και είχα καταλάβει όσα ήθελα να καταλάβω. Οπότε, την ώρα της παράδοσης αποφάσισα να γράψω ένα κουπλέ. Οι Phi-Life Cypher πριν καμιά δεκαριά χρόνια είχαν κάνει ένα κομμάτι με τίτλο ABC, ένα ραπ τραγούδι όπου έκαναν παρηχήσεις με τα γράμματα του αγγλικού αλφαβήτου. Ωραίο κομμάτι, αν και η δομή του δεν ήταν πολύ αυστηρή, πχ τα γράμματα με τα οποία είναι πιο εύκολο να βρεις λέξεις ήταν πηγές για περισσότερες μπάρες στίχων, για παράδειγμα το Ε είχε τέσσερις μπάρες, ενώ το Υ είχε μόλις μία, και αυτή η μία δεν ήταν τόσο καλή, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Όπως και να 'χει, είχα 45 λεπτά στη διάθεσή μου και αποφάσισα να γράψω ένα κουπλέ 24 στίχων, όσα τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, και να είμαι όσο πιο αυστηρός αναφορικά με τη χρήση κατά το δυνατόν περισσότερων παρηχήσεων και παράλληλα με την απόδοση ενός κατανοητού νοήματος. Σημειωτέον πως κάθε τελική λέξη κάθε στίχου πρέπει να ομοικαταληκτεί με την αντίστοιχη του επόμενου. Δεν τήρησα αυτον τον κανόνα στις γραμμές Τ, Υ, Φ και Χ, όπου έκανα πλεκτή ομοιοκαταληξία. Τα 45 λεπτά για 24 στίχους μου έδωσαν κάτι λιγότερο από 2 λεπτά για κάθε γραμμή (και γράμμα). Μια ενδιαφέρουσα στατιστική μελέτη (ίσως με τη χρήση του προγράμματος SPSS, ή του δωρεάν εναλλακτικού του PSPP) θα μπορούσε να αφορά τη συσχέτιση δεδομένου χρόνου συμπλήρωσης της "εργασίας", πυκνότητας παρήχησης γραμμάτων ανά σειρά (πχ, εμφάνιση του γράμματος Α στην πρώτη σειρά, του Β στη δεύτερη κ.ο.κ.), και μια δυαδική περιγραφή (1 = ναι, 0 = όχι) για το κατά πόσο βγαίνει κάποιο νόημα με τον κάθε στίχο. Πιθανή υπόθεση: Ο χρόνος εκπλήρωσης ενός τραγουδιού με έντονο το στοιχείο της παρήχησης επηρρεάζει την απόδοση νοήματος στο στίχο.






Σημείωση για τον τίτλο: Αποτελεί αναφορά στα τρία κομμάτια που έχω κάνει τα οποία τιτλοφορούνται με βάση τη μεταφορά από έναν τόπο σε έναν άλλο: Κυζύλ-Σαλονίκη, Σαμοθράκη-Βαρκελώνη, Σαμσάρα-Βαλχάλα. Το "Άβαλόν-Ωγυγία" αναφέρεται παράλληλα και στο ταξίδι από το Α ως το Ω.

Το κουπλέ:


Άβαλον-Ωγυγία.
Α Άκουσμα αλφαβητικό με ακονισμένη απλότητα.
Β Η βεβαιότητα βασίζεται στη βεβιασμένη βιαιότητα.
Γ Γεωκεντρική γαλήνη γεμάτη άγονη γνώση.
Δ Το δάσος δυναμική δίνη. Ιδανική δόση.
Ε Έψαξα καθετί έσχατο και έφτασα ως το "ποτέ".
Ζ Ζάρωσα και ζυμώθηκα. Μετά ζώστηκα αγκαζέ
Η με ηλίθιους ήρωες ηθελημένης ηδυπάθειας.
Θ Θεώρησα τη θνησιμότητα αγκάθι της ευρυμάθειας.
Ι Ο ίμερος ιερός σαν την ίριδα κάθε ίππου.
Κ Κανονικότητα, η κάκιστη κορωνίδα ενός κήπου.
Λ Λύσσα λογικομανούς αναλυτικού λαγωνικού.
Μ Ο μέσος όρος της μάθησης μιμητικού μνημονικού
Ν νάνος αιώνιας επανάληψης νόησης τύπου Nero.
Ξ Η εξορία μου ήταν εξάσκηση, ν' αξιολογώ για να ξέρω.
Ο Όμορφο, λοιπόν, ορίζω ό,τι το ονειρικά ορατό.
Π Στους παπαγάλους του παρελθόντος την πείρα μου πυροδοτώ.
Ρ Τους ρήτορες του ραδιοφώνου με ράγγα ραπ θα ραπίσω.
Σ Συμπιεσμένη συνείδηση: Θα σκάσω άμα σιγήσω.
Τ Πάντα τετράγωνα τετάραχα με τακτικές τρομακτικές.
Υ Η ύβρις είναι το ύφασμα, ο υμένας στην ύστατη ύλη.
Φ Της φύσης φάρμακο σ' αφθονία οι φάμπρικες οι φανταστικές.
Χ Χάρος. Χώρος. Χάος. Χάσμα. Χώρισμα στα χείλη.
Ψ Ψιτ! Ψάξιμο και γράψιμο είναι ψυχολογική ψώρα.
Ω Ώπα! Η ωδή τώρα να κωπάσει ήρθε η ώρα.










Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Αντι-όραμα.

Έκανα μια μετάφραση ενός σχεδιάσματος μελλοντικού άρθρου του αγαπημένου Vilém Flusser. Την παραθέτω μαζί με την εισαγωγή που έγραψα σχετικά με την ορολογία και τη μετάφραση για καλύτερη κατανόηση του κειμένου και του ανθρώπου. Η αυθεντική εκδοχή του άρθρου είναι εδώ. http://www.flusserstudies.net/pag/13/flusser-countervision-best1608.pdf 
Καλή ανάγνωση.

______________________________________________________________________________

Εισαγωγή του μεταφραστή.

Το έργο του Flusser βρίθει όρων που για την κατανόησή τους επιβάλλεται μία ενδοσκόπηση της ιστορίας των λέξεων και της ευρύτερης αντίληψης του νοήματος που τους έχει δοθεί από την εποχή των Ελλήνων, των Λατίνων μέχρι και τη σημερινή μεταμοντέρνα περίοδο που διανύουμε.
Στο συγκεκριμένο κείμενο, βασική είναι η κατανόηση του όρου “vision” ως παράγωγου του ρήματος “video” που μπορεί να λαμβάνει εξίσου την τιμή της “όρασης“ αλλά και του “οράματος“. Όπου, λοιπόν, ο αναγνώστης συναντά τις λέξεις “όραμα“ και “όραση“, ας έχει κατά νου πως είναι η ίδια λέξη που χρησιμοποιείται στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο. Κατά το ίδιο πρότυπο, συναντούμε τον όρο “audition“, που θα μπορούσε να αποδωθεί τόσο ως ακοή όσο και ακρόαση. Επιλέχθηκε η δεύτερη για το παρόν κείμενο. Επίσης, χρησιμοποιείται η λέξη “εικασία“ περισσότερο από ότι η πιο συνηθισμένη “φαντασία“ για να φανεί η άμεση σχέση που δίνει ο Flusser μεταξύ της εικόνας [image] και της φαντασίας/εικασίας [imagination]. Όπου ο αναγνώστης συναντά τη λέξη “εικαστική“ μπορεί επίσης να διαβάσει “φαντασιακή“.
Ένα ακόμα σημαντικό σημείο είναι η σχέση μεταξύ “κλείσιμου“ των ματιών και “σβήσιμου“ μιας μηχανής. Ο Flusser χρησιμοποιεί τη λέξη “shut“ και για τις δύο περιπτώσεις, ενώ χρησιμοποιεί τη λέξη “blink“ αργότερα, που μπορεί να λάβει τόσο την τιμή του “βλεφαρίζω“ αλλά και του “αναβοσβήνω“. Εδώ προτιμάται η μέση οδός του “άνοιγμα-κλείσιμο“.
Ενδιαφέρουσα είναι και η σχέση μεταξύ της “κατανόησης“ [apprehending] και της “συσκευής“ [apparatus]. Η τελευταία αποτελεί λέξη που τείνει να σημαίνει περισσότερο τη φωτογραφική συσκευή που συνδέεται άμεσα με την όραση. Θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε, λοιπόν, το “apparatus“ στη γραφή του Flusser ως μια συσκευή κατανόησης, μια άλλη λέξη για τη φωτογραφική μηχανή.
Η λέξη “possiblility“ αποδίδεται άλλοτε ως “πιθανότητα“ και άλλοτε ως “δυνατότητα“. Ο Flusser φαίνεται να θέλει να δείξει τη σημαντικότητα αυτού του όρου, έχοντας δείξει άλλωστε σε άλλα κείμενα την επαφή του με τις θεωρίες περί εντροπίας – ως τάση προς πιο πιθανές καταστάσεις – , κυβενητικής και χάους. Ο όρος “fix“ ενέχει εξίσου αυτόν του “στερεώνω“, όρου ευρεώς διαδεδομένου στη διαδικασία εκτύπωσης αναλογικής φωτογραφίας, μα και αυτόν του “κατασκευάζω“, του “τεχνητού“ δηλαδη, που είναι βασικός στη φιλοσοφία του Flusser.
Ο Flusser παίζει με τον όρο “provide“, χωρίζοντάς τον έμμεσα στα μέρη του: “pro-vide“. Μία “πρό-βλεψη“ ουσιαστικά, παρά μια απλή παροχή ή προμήθεια. Θα εξετάσει, λοιπόν, το πως η όραση σε επίπεδο πρόβλεψης και πρόθεσης εφοδιάζει τον κόσμο που βλέπει με νόημα.
Επίσης, για χάρη άμεσης κατανόησης και αποφυγή περιττών αρχαϊσμών, τα περισσότερα απαρέμφατα έχουν μετατραπεί σε χρήση δεύτερου προσώπου.



Vilém Flusser
Αντι-όραμα

Ένα σχεδίασμα για ένα δοκίμιο σε συνεργασία με τους Nueller-Pohle και Foncuberta.

Το να βλέπεις είναι το να έχεις κοιτάξει. Το να έχεις ένα όραμα είναι, λοιπόν, το αποτέλεσμα μιας πρόθεσης. Αυτό διαχωρίζει το να βλέπεις από το να ακούς. Κάποιος μπορεί να ακούει δίχως πρόθεση. Το αυτί είναι αδιακρίτως ανοιχτό προς τους ήχους, ενώ το μάτι πρέπει να είναι ανοιχτό το ίδιο και να ρίχνει βλέμματα προς κάτι. Εφόσον το αυτί είναι παθητικό, δε μπορεί να υπάρξει αντι-ακρόαση. Ο κόσμος των ήχων που μας περιβάλλει δε μπορεί να διακριθεί εις βάρος του. Η ηχητική μόλυνση είναι, έτσι, ένα διαφορετικό πρόβλημα από την οπτική μόλυνση. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχουμε κατά νου: πως η πιθανότητα του αντι-οράματος είναι ενεπίγραφη εντός του εκ προθέσεως χαρακτήρα της όρασης.

Ο κόσμος των εικόνων που μας περιβάλλει δεν ασκεί απλώς πίεση εναντίον μας. Είναι επίσης το αποτέλεσμα της δικής μας διάκρισης μεταξύ των εικόνων που μας προσεγγίζουν. Είμαστε εμείς υπεύθυνοι, εν μέρει, για την οπτική μόλυνση. Χρειάζεται απλώς να κλείσουμε τα μάτια μας για να κλείσουμε αυτές τις εικόνες που νοιώθουμε πως μας μολύνουν. Μα ένα τέτοιο κλείσιμο ματιών, ένα τέτοιο άνοιγμα-κλείσιμο, το οποίο επιτρέπει κάποιες εικόνες να βλέπονται και κάποιες όχι, δεν είναι αντι-όραση. Είναι απλώς μια κριτική της όρασης. Αυτό είναι το δεύτερο πράγμα που πρέπει να έχουμε κατά νου: πως το αντι-όραμα δε μπορεί να είναι μια κριτική της όρασης.

Ο εκ προθέσεως χαρακτήρας της όρασης δε μπορεί να θεωρηθεί, εάν κάποιος λαμβάνει υπόψιν το το μάτι κατά μόνας. Υπάρχει ένας συγχρονισμός μεταξύ του ματιού και του χεριού, μεταξύ της “θεωρίας“ και της “πράξης“, και αυτός είναι ο συγχρονισμός που βρίσκεται στη βάση της προθετικότητας της όρασης. Το χέρι προσεγγίζει τα πράγματα ώστε να ιδωθούν και τα συχωνεύει μέσα στο πεδίο της όρασης. Τα ψηλαφεί και τα γυρνάει ανάποδα, ώστε το μάτι να μπορεί να τα δει από διαφορετικές γωνίες. Και το μάτι οδηγεί το χέρι στην κίνησή του και το ελέγχει. Το χέρι κατανοεί τα πράγματα ώστα αυτά να μπορούν να εικαστούν, και το μάτι εικάζει τα πράγματα ώστε αυτά να μπορούν να κατανοηθούν. Υπάρχει φυσικά όραση δίχως χέρια, μη πρακτική εικασία. Και υπάρχει χειρισμός δίχως μάτια, τυφλό ψηλάφημα. Μα η πρόθεση της όρασης είναι ο συντονισμός του ματιού και του χεριού, εικαστική κατανόηση. Αυτό είναι το τρίτο πράγμα που πρέπει να έχουμε κατά νου: πως το αντι-όραμα έχει να κάνει με τα χέρια, είναι ένα πρακτικό, ένα πολιτικό πρόβλημα.

Η φωτογραφική μηχανή είναι μια συσκευή που έχει ως σκοπό τη συγχώνευση του ματιού με το χέρι: είναι παράλληλα ένα οπτικό βοήθημα και ένα εργαλείο χειρισμού. Ο φωτογράφος είναι αυτός που οδηγεί το βλέμμα του μέσα από την κάμερα προς τον κόσμο, και που χειρίζεται την κάμερα έτσι ώστε αυτή να οδηγήσει το βλέμμα του προς τον κόσμο. Η φωτογραφική μηχανή είναι ένα σημείο τήξεως της θεωρίας και της πράξης. Η κάμερα είναι έτσι ο εκ προθέσεως χαρακτήρας της όρασης, μεταμορφωμένος σε μια συσκευή. Η φωτογραφική όραση είναι εκ προθέσεως όραση και η τεχνική της τελειότητα μέχρι στιγμής. Αυτός που θέλει να μελετήσει την προθετικότητα της όρασης χρειάζεται απλώς να αναλύσει την κάμερα για να βρει τη δομή της. Αυτό θα του επιτρέψει να ανακαλύψει τη δυνατότητα του αντιοράματος. Την πιθανότητα αντιστροφής της οπτικής πρόθεσης.
Ουσιαστικά, τη δυνατότητα γυρίσματος του μέσα-έξω σαν να ήταν γάντι, και έτσι της αποκάλυψης του εσωτερικού της. Και αυτό θα του δείξει το νόημα του αντιοράματος: ουσιαστικά το όραμα της οπτικής πρόθεσης. Αυτό είναι το τέταρτο πράγμα που πρέπει να έχουμε κατά νου: πως το αντιόραμα δεν είναι ένα όραμα του κόσμου, μα ένα όραμα οράματος.

Μα η κάμερα είναι κάτι παραπάνω από μια απλή συγχώνευση ματιού και χεριού. Είναι επίσης μια συσκευή παραγωγής εικόνων. Αυτό δε σημαίνει μόνο πως στερεώνει τη φευγαλέα όραση πάνω σε μια σταθερή επιφάνεια. Φαίνεται επίσης πως μεταφέρει τη διεργασία της όρασης από τον εγκέφαλο στο δικό της μαύρο κουτί. Έτσι το γύρισμα του μέσα-έξω της κάμερας συνεπάγεται πως κάποιος αποκαλύπτει μια προσομοίωση του εγκεφάλου κατά την φάση της οπτικής κατεργασίας. Τώρα αυτή η κατεργασία της όρασης είναι, σε τελική ανάλυση, η απόδοση νοήματος στην όραση: συμβολισμός του οράματος. Έτσι, αν κάποιος γυρίσει την κάμερα μέσα-έξω, κάποιος ανακαλύπτει πως ένα όραμα αποκτά νόημα. Κάποιος ανακαλύπτει πως η πρόθεση της όρασης είναι ακριβώς το να δώσει στον κόσμο, όπως αυτός έχει ειδωθεί και χειριστεί, ένα συγκεκριμένο νόημα. Και κάποιος μετά ανακαλύπτει ποια είναι η πρόθεση του αντιοράματος. Ουσιαστικά, το να δει πώς η όραση εφοδιάζει τον κόσμο με νοήματα. Αυτό είναι το πέμπτο και το πιο σημαντικό πράγμα που πρέπει να έχουμε κατά νου: πως η πρόθεση του αντιοράματος είναι να ανακαλύψει τα διάφορα νοήματα που η όραση δίνει στον κόσμο, και έτσι, μέσω υπαινιγμών, να ανακαλύψει άλλα πιθανά νοήματα απόδοσης στον κόσμο.

Τώρα φυσικά, εάν κρατήσουμε αυτά τα πέντε πράγματα κατά νου, γίνεται φανερό πως ένα δοκίμιο για το αντιόραμα, θα πρέπει να έχει να κάνει με αντεστραμμένη πρόθεση. Με μια πρόθεση που δεν οδηγείται πλέον ενάντια στα πράγματα για να ιδωθούν ως χειρισθέντα, μα ενάντια στον τρόπο με τον οποίο τα πράγματα είναι ιδωμένα και χειριζόμενα. Για το αντιόραμα το κέντρο της προσοχής δεν είναι πλέον κατειλλημένο από τα πράγματα, μα από τη σχέση με τα πράγματα. Το αντιόραμα προτίθεται να δει πώς σχετιζόμαστε με τα πράγματα, πώς τους δίνουμε νόημα. Και, φυσικά, πώς, αφού έχουμε δώσει στα πράγματα ένα συγκεκριμένο νόημα, τα αλλάζουμε τότε. Συνοψίζοντας: η πρόθεση του αντιοράματος είναι να δούμε την ύπαρξή-μας-μέσα-στον-κόσμο, όχι τον ίδιο τον κόσμο. Γι’ αυτό το αντιόραμα είναι “αφηρημένο“, με την έννοια πως έχει την προσοχή του αφηρημένη από τα πράγματα του κόσμου. Μα είναι “συγκεκριμένο“, με την έννοια της εστίασης της προσοχής του στη συγκεκριμένη μας ύπαρξη. Πιστεύω πως αυτό είναι το βασικό θέμα για οποιοδήποτε δοκίμιο σχετικά με το αντιόραμα.

Επιτρέψτε μου να συνοψίσω όσα ήθελα να σχεδιάσω σε αυτές τις εκτιμήσεις: (1) πως το πρόβλημα του αντιοράματος είναι αυτό της πρόθεσης. (2) Πως δεν είναι μια κριτική της όρασης, μα της οπτικής πρόθεσης. (3) Πως είναι ένα πρακτικό και άρα πολιτικό πρόβλημα. (4) Πως το “αντικείμενό“ του δεν είναι ο κόσμος, μα η σχέση του υποκειμένου με το αντικείμενο. Και (5) πως προτίθεται να καταστήσει ορατό το πώς το υποκείμενο εγχέει νοήματα στα αντικείμενά του. Το δοκίμιο για το αντιόραμα πρέπει να αναλύσει τα πέντε αυτά σημεία, τόσο από θεωρητικής απόψεως, όσο και από βάσης φωτογραφίας που δείχνουν μια τέτοια αντεστραμμένη πρόθεση.

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Αναφορά για τη νύχτα που πέρασα.

Αναφορά για τη νύχτα που πέρασα.

Είναι τρία βράδια πριν παρατήσω τη Θεσσαλονίκη για να φύγω για μεταπτυχιακό στη Δανία. Είμαι σε μια φάση αποχαιρετισμού προς όλους – φίλους, γνωστούς, τόπους, καταστάσεις. Μετά από ένα βράδυ αράγματος στην αγαπημένη πλατεία Ναυαρίνου γυρνάω στο σπίτι γύρω στις τρεις τα μεσάνυχτα, ελέγχω κάποια πράγματα στον υπολογιστή και δοκιμάζω να πέσω για ύπνο. Την ώρα που ο ύπνος ξεκινά να με πιάνει ακούω κάποιες φωνές:

“Άννυ! Άννυ, όχι μη!”

Ένα δυνατό χτύπημα στο έδαφος ακούγεται και πριν καν περάσει ένα λεπτό, η ίδια φωνή ακούγεται και πάλι να καλεί σε βοήθεια σε απελπισμένο τόνο. Ζητά να φωνάξει κάποιος το 166 και αμέσως μετά καλεί κάποιον Βασίλη να έρθει αμέσως. Το όνομά μου είναι Βασίλης και μέσα στην κατάσταση ύπνου που σχεδόν βρίσκομαι οι συνειρμοί μου έρχονται και φέυγουν: ο άνθρωπος αυτός καλεί άραγε εμένα γνωρίζοντας πως είμαι ο γείτονας με σχεδόν πάντα ανοιχτό το φως σε τέτοιες ώρες; Σοβαρεύομαι και σκέφτομαι πως προφανώς δεν είμαι εγώ αυτός. Με εξαίρεση δύο-τρία άτομα, δεν έχω καθόλου παρτίδες με άτομα από τη γειτονιά, κι ας μένω εδώ δεκαεννιά χρόνια. Σηκώνομαι και για κάποιο λόγο έχω την εντύπωση πως η όλη υπόθεση αφορά ένα παιδί το οποίο έπεσε από το μπαλκόνι. Ένας ήχος σαν πνιχτός ξερόβηχας ακούγεται και ο άνδρας φνωάζει πως ίσως υπάρχει περίπτωση να ζήσει, ξανακαλώντας για βοήθεια, ξανακαλώντας το Βασίλη. Μου καρφώνεται στο νου το σενάριο ενός απρόσεκτου πατέρα που κρατά στην αγκαλιά του το παιδί του στο μπαλκόνι και μετά από μια άτσαλη κίνηση του φεύγει από τα χέρια. Την ώρα που σκέφτομαι αυτά ντύνομαι, βγαίνω στο μπαλκόνι, ρωτάω τον άνθρωπο τι χρειάζεται, ξανακούω για το 166, μπαίνω μέσα, τηλεφωνώ, είμαι στην αναμονή για περίπου τρία λεπτά, υποθέτω πως ήδη κάποιος τηλεφωνεί και έτσι το κλείνω και κατεβαίνω κάτω. Ανοίγω την πίσω πόρτα, πηδάω το χώρισμα των οικοδομών και φτάνω στο σημείο “μηδέν”. Ο άνδρας με το εσώρουχό του βρίσκεται πάνω από την αιμόφυρτη γυναίκα – και οι δύο τους γύρω στα σαράντα – και οδύρεται παρακαλώντας τη να ζήσει και παράλληλα ουρλιάζοντας για βοήθεια.

“Σας παρακαλώ ρε παιδία φωνάξτε κάποιον, κάποιος με αυτοκίνητο, Βασίλη, έλα με το αυτοκίνητο, τόση ώρα θα την είχαμε πάει στο εφημερεύον!”

Αγγίζω το χέρι της κοπέλας, το πρόσωπό της είναι γεμάτο με αίματα, φοράει μια ρηχτή μπλούζα μέσα από την οποία διακρίνεται ο στηθόδεσμός της, φορά ένα κάτω εσώρουχο και τα πόδια της είναι γυμνά. Ο άνδρας είναι από πάνω της και του κάνω νόημα να κάτσει λίγο πιο πέρα για να μπορεί η κοπέλα να πάρει αέρα. Του ζητάω να γυρίσουμε την κοπέλα ανάσκελα και δε με αφήνει λέγοντάς μου πως ίσως έτσι πνιγεί στο από το αίμα. Συνεχίζω να κρατάω το χέρι της και όσο τη σφίγγω ξεροβήχει και πάλι και παίρνει κάποιες κοφτές ανάσες. Της μιλάω συνεχώς, τρίβω στην πλάτη τον άνδρα και του ρωτάω το όνομά του. Είναι ο Χρήστος. Ο Χρήστος και η Άννυ. Η ιστορία συνεχίζει στον ίδιο τόνο ώσπου κάποιοι αστυνομικοί εμφανίζονται. Ενημερώνουν πως το ΕΚΑΒ είναι στο δρόμο του, μα δεν κάνουν άλλο από το να εξοργίζουν περισσότερο το Χρήστο ο οποίος φωνάζει:

“Ρε παιδιά αναπνέει ακόμα, να την πάμε με το περιπολικό στο νοσοκομείο να την προλάβουμε ρε παιδιά, σας παρακαλώ γαμώτο!”

Το ΕΚΑΒ φτάνει, οι ειδικοί παίρνουν θέση, εγώ σηκώνομαι και λαμβάνω τη θέση του κοντινού παρατηρητή. Παίρνουν παλμό, θέτουν σε λειτουργία τα όργανά τους, ενώ εγώ νοιώθω πως έχω τη θέση του παρείσακτου. Προσπερνάω διακριτικά τους πάντες, κάποιοι με κοιτούν, κανείς δε μου δίνει ιδιαίτερη σημασία, φεύγω από την είσοδο της πολυκατοικίας και προκειμένου να γυρίσω σπίτι μου κάνω τον κύκλο του τετραγώνου. Μπαίνω στην οικοδομή μου, κλείνω την πίσω πόρτα από την οποία είχα βγει πριν, ανεβαίνω πάνω και το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να πάρω στα χέρια μου το σαμανικό μου τύμπανο. Το κρούω βγάζοντας μερικές άναρθρες ευχές για την ομαλή έκβαση των γεγονότων. Αφήνω το τύμπανό μου στη θέση του. Ξεντύνομαι και λαμβάνω τη θέση του παρατηρητή εκ των άνωθεν από τη θέση του μπαλκόνιού μου. Τα πράγματα δείχουν πως η Άννυ απεβίωσε. Ο Χρήστος έχει φύγει πίσω. Εγώ νοιώθω πως είχα τη θέση ενός αρχαίου Ερμή ψυχοπομπού ή μιας Εκάτης. Δεν υπήρχε κάποιος λόγος να βρίσκομαι εκεί. Δεν είναι δουλειά μου. Δεν είμαι αστυνομικός, ιατροδικαστής ή γιατρός. Κανένας γείτονας δεν πλησίασε τόσο. Εγώ απλώς βρέθηκα εκεί για να μιλήσω στην κοπέλα, να στηρίξω τον άνδρα και να φύγω όταν πολλοί άνθρωποι μαζεύτηκαν, χωρίς κανένας να μη με έχει παρατηρήσει. Ίσως πήρε μια ιδέα μου η κοπέλα, ίσως μια πολύ μικρότερη ο άνδρας.

Η ώρα περνάει και από τις συζητήσεις κάτω – από όσα μπορώ να ακούσω – ο ιατροδικαστής έχει άδεια μέχρι τις 15 Αυγούστου και πρέπει να έρθει κάποιος άλλος στη θέση του ή κάτι τέτοιο. Η ηλικία του Χρήστου είναι 44 και η κοπέλα έχει κάποια ψυχολογικά. Ένας από τους παρευρισκόμενους αστυνομικούς ή γιατρούς σχολιάζει πως ένα από τα χτυπήματα πιθανόν να προκλήθηκε από την πρόσκρουση σε ένα κάγκελο από τα κάτω μπαλκόνια. Ο Χρήστος και η μητέρα της κοπέλας πλησιάζουν πού και πού και φωνάζουν μοιρολογώντας.

Μία εβδομάδα πριν τελείωσα το βιβλίο “Σχεδιασμός θανάτου” του Timothy Leary. “Πρόκειται να πεθάνετε; Οργανώστε ένα πάρτι στο σπίτι!”. Αλλά δε νομίζω να ήταν μια τέτοια περίπτωση.

Η γειτονιά δε θα μπορούσε να μου επιφυλάσσει καλύτερο αποχαιρετισμό από αυτόν. Η μητέρα της κοπέλας μιλά στο τηλέφωνο και λέει:

“Δεν υπάρχει πιο τραγικό απ' αυτό”.




Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Ως άνωθεν, ως κάτωθι.

Ως άνωθεν, ως κάτωθι

Οριστική κι αμετάκλητη απόφαση ζωής.
Εριστική κάθε αμετάβλητη απόσταση φυγής.
Ζούμε στον καιρό του τετραγωνισμού του ζωδιακού κύκλου,
Του εμ-πιθριακού ανταγωνισμού του χορωδιακού κύκνου.
Σπίτια λάμπουν το βράδυ στα Ζαγοροχώρια
Καθώς κορίτσια ταΐζουν ζάχαρη ατροφικά αγόρια.
Κατσαρίδες κατακλύζουν το μπάνιο, την κουζίνα μου.
Οι τσιρίδες προσανατολίζουν τις κραυγές του αδύναμου.
Βιβλία παραψυχολογίας και συνομωσιών.
Ρασταφάρι και πρωτόκολλα των σοφών της Σιών.
Πάμε σαφάρι προς αναζήτηση αρχαίων δοξασιών.
Νεφερτάρι, βοήθησέ με στο πέρας των δοκιμασιών.
Το συρτάρι μου γεμάτο από σημειώσεις εργασιών
Και τετράδια με πρόχειρες ζωγραφιές οπτασιών.
Όπου υπάρχει πειστήριο παύει να υπάρχει μυστήριο
Κι όσο πεθαίνει το μυστήριο, γεννιέται το μεγαθήριο.
Ο τυχερός μου αστερισμός, η γραμμή του Ωρίωνα
Που με σκέπαζε με πέπλα όποτε κρύωνα
Από κείνο το ανθρώπινο, ματζίρικο παλιοθήλυκο
Που τα μάτια της ήταν δυο άλογα του Giorgio de Chirico.
Το ένα άλογο ήτανε άσπρο
Σαν την απόδειξη της ύπαρξης αντίτιμου.
Το άλλο άλογο ήτανε μαύρο
Όπως οι τρύπες που θα γίνουνε κάποτε σπίτι μου.

Σκληρός δίσκος. Terra incognita. Αγνότητα. Ταξικά απόβλητα.
Άγνωστη γη. Ψάχνω σιγή. Ενότητα. Κρατικά απόρρητα.
Ιπτάμενος δίσκος. Απαγορευμένες ζώνες. Ιππολύτη. Αμαζόνες.
Ο Αμαζόνιος καταστρέφεται από μηχανές κι αλλαζόνες.
Σαμάνοι, Χαλδαίοι, Πυγμαίοι μ' απαράμιλλη πυγμή.
Το κατάλληλο πνεύμα παρουσιάζεται την κατάλληλη στιγμή.
Σατέν σουτιέν. Τοπ τεν και τεχνητή νοημοσύνη.
Το θέαμα φροντίζει για την επιθυμητή εμπιστοσύνη.
Η επιθυμητή εμπιστοσύνη με τη σειρά της δεν είναι μετρήσιμη
κι έτσι το θέαμα είναι ενέργεια δυνητικά μη αξιοποιήσιμη.
Το όραμα μιας κατάστασης είναι μια οριακή κατάσταση
που βρίσκεται τρία στοπ δεξιά απ' τη μοριακή διάσπαση.




Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Για τον Homo Sapise.

Για τον Homo Σάπισε.

Και τι να την κάνω την καλωσύνη, που μόλις τη δει κανείς φαντάζει οπαδός της, μα μόνο οφέλη προσωπικά αναζητά από αυτήν;
Μόνη μου ηδονή πια η κίνηση.
Η σκόνη που αναπνέω και τα κακάδια που αποβάλλω τα πρωινά.
Και πού να ψάξω για το ταίρι, αφού αυτό θα είναι μακριά - όσο κοντά κι αν μου λεν οι οπτιμιστές πως είναι το μακριά - ή θα είναι υποκριτικό, ή θα είναι επικριτικό ή θα είναι συμφεροντολογικό. 
Φαντάσου να πεις στην παραδοσιακή και καλή γιαγιά σου πως βρήκες το επικριτικό ταίρι της ζωής σου. Στην επιβεβαίωσή σου πάνω ίσως νοιώσεις πως το μόνο που επιβεβαιώθηκε είναι η πρόσκαιρή σου διάθεση για καταστάσεις που προδιαθέτουν πρόσκαιρες διαθέσεις.

Και δεν είμαι μόνος σε αυτό το ταξίδι.
Άλλα οι συνεπιβάτες μου αρέσκονται στο να ταξιδεύουν μόνοι. Έτσι κάνουμε επίτηδες πως δε γνωριζόμαστε καν. Και ο καθένας μας γράφει τώρα κάτι, μιας και είμαστε όλοι "ποιητές", εγγυητές της λέξης μας. 

Και τι να μου κάνει η καλωσύνη, όταν τόσα χιλιάδες χρόνια το μόνο που έμαθε είναι να κάνει τους ηλιθίους να βαφτίζουν ηλιθίους τους ακολούθους της;

Θα σου πω εγώ τι μου κάνει η καλωσύνη.
Με ξελασπώνει εκεί που δε μπορώ να διακρίνω τη λάσπη που μου ρίχνουν λέγοντάς μου πως "χτίζουν ιαματικά λασπόλουτρα γύρω μου".
Με ξεκου...

ίσως κάποια άλλη μέρα κάτι ακόμα

ίσως ποτέ ξανά

ίσως μια σειρά από μια σειρά από μια σειρά από ίσως

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Βαλς της κατολίσθησης φυτεμένων κραυγών.


Βαλς της κατολίσθησης φυτεμένων κραυγών.

Μάτια δίχως χρώμα. Κάποια κλαιν ακόμα.
Κάστρα από χώμα. Άστρα για το γιόμα.
Κάτσε πιες μαζί μου, κατολίσθησή μου.
Έλλειψη ενζύμου σε κάνει δική μου.
Ένας απ' τους δυο μας ξέρει το ρυθμό μας
κι αυτοσχεδιάζει με γνώση και νάζι.
Βήματα με πάθος. Κέρδος κάθε λάθος.
Βάθος στη φιγούρα. Όμορφη θολούρα.
Ράβω πά' στο δέρμα της αρχής το τέρμα.
Κλείνω σ' ένα κέρμα του καιρού το σπέρμα.
Πέφτουν γράμματα. Σκίζω ράμματα.
Πες πέφτει κορώνα. Γίνεσαι λεχώνα.
Γέννησες το τώρα. Το βάφτισες “χτες”.
Ζήτησες για δώρα ευχές εφικτές.
Τέσταρα το χώρο. Έθεσες τον όρο.
Φίδι ουροβόρο έσπειρε το σπόρο.

Φύτρωσαν δέντρα από νότες κι ιδρώτα και
λύτρωσαν τη νύχτα από τα φώτα τα
τεχνητά που λάμπουν γύρω μας, μέσα μας,
που λάμπουν γύρω μας, μέσα μας όταν...

Χρώμα κι άλλο χρώμα, κόμμα και τελεία.
Άσπρη κιμωλία, σιέλ αμφιβολία.
Σήκω και περπάτα. Μίλα σα σονάτα.
Βγάλε την οργή σου και σ' αυτήν ορκίσου.
Παγωμένη λίμνη. Ξεχασμένοι ύμνοι.
Ψάρεψέ μου λέξεις. Φύτεψε κραυγές.
Αν καρποφορήσουν θα ισοφαρίσουν
οι ψιθυρισμοί μου με τα δάκρυά σου.
Είναι κάθαρσή μου να 'μαι μακρυά σου;
Ήλιε, σήμερα μοιάζεις με σκιά.
Είναι κάθαρσή μου να 'μαι μακρυά σου;
Ήλιε, σήμερα μοιάζεις με σκιά.

Ακούστε το ηχογραφημένο εδώ.
(ως απάντηση σε αυτό

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Προς ένα Τάο της φωτογραφίας.

Φωτογραφίζω μία από τις δυνητικές φωτογραφίες που η μηχανή μου μπορεί να αποτυπώσει σε μία ψηφιακή τοποθεσία. Τοποθετώ έτσι μία αναπαράσταση της ύλης σε ένα άυλο περιβάλλον, αποϋλοποιώ στην πραγματικότητα μία θέασή της, μεταφέρω την αντικειμενική της υλιστική πραγματικότητα στην υποκειμενική πνευματική δυνητικότητα της κάμερας.
Μεταφέρω το αποτέλεσμα μέσω μίας ρουτινιάρικης αλχημικής διαδικασίας από το χώρο στόρευσης του πνευματικού αντικειμένου, που συντέλεσα στη δημιουργία του με το πάτημα ενός πλήκτρου, στο χώρο τροποποίησής του, που φέρει ένα υλικό κομμάτι εφοδιασμένο με ένα απαλό πνευματικό πρόγραμμα, μία πλατφόρμα νέων δυνητικοτήτων που προδιαγράφει βαθιά εντός της τις νέες μορφές των υποκειμενικών ματιών εμού και της μηχανής. Το πνευματικό αυτό δημιούργημα μπορεί στη συνέχεια να αναρτηθεί στον παγκόσμιο πνευματικό ιστό που όσον αφορά τη σχέση του με την ύλη “μαζί δεν κάνει και χώρια δε μπορεί”. Επίσης μπορεί να εκτυπωθεί. Ένας εκτυπωτής θα δώσει μία ολοκαίνουργια διάσταση στο δημιούργημα της φωτογραφικής μου μηχανής και του υπολογιστή μου. Ειδικά μάλιστα όσο μικρότερη ακρίβεια έχει στην απόδοση των λεπτομερειών, των χρωμάτων και του σχήματος της φωτογραφίας μου. Καθώς το ηλεκτρονικό φως εγγράφεται πάνω στο φωτογραφικό χαρτί δημιουργείται μία παραλληλία ανάμεσα στα αρχικά δείγματα ύλης που βρέθηκαν μπροστά στη φωτογραφική μηχανή και στην υλική αναπαράσταση που απέκτησαν μετά την εκτύπωση.

Κάποιες προληπτικές παραδόσεις που δημιουργήθηκαν μετά την ανακάλυψη της φωτογραφίας ήθελαν τις ψυχές των ανθρώπων να αιχμαλωτίζονται στις φωτογραφίες που τους – όπως ειρωνικά ή ταιριαστά λέγεται – απαθανατίζουν. Στις σύγχρονες σαμανικές τελετές των ινδιάνων, όπως και στις αντίστοιχες του βουντού, είναι θεμιτό να χρησιμοποιούνται φωτογραφίες του ανθρώπου που πρέπει να επηρεαστεί από το τελετουργικό. Στη Ρωσία μάλιστα υπάρχει η πεποίθηση πως αν φωτογραφίσεις κάποιον ενώ κοιμάται, μπορεί και να τον σκοτώσεις. Ακόμα, λοιπόν, και στην εποχή της αναλογικής φωτογραφίας, ενστικτωδώς δημιουργήθηκε στον άνθρωπο μία άμεση σύνδεση μεταξύ φωτογραφίας και πνευματικότητας έως τη σύνδεση φωτογραφίας και θανάτου. Μία φωτογραφία είναι όντως ικανή μετά το θάνατο κάποιου να ζωντανεύει στιγμές που πέρασαν φιλικά του πρόσωπα κοντά του, κατά κάποιον τρόπο να τον αναστήσει δηλαδή. Η πρώτη μορφή της τεχνολογίας της αντανάκλασης του ανεστραμμένου ειδώλου που ανακαλύφθηκε ήταν πολύ κοντά στην τεχνική της κάμερας πίνχολ. Ένας απόλυτα σκοτεινός χώρος, η κάμερα ομπσκούρα, έχει σε μία άκρη της μία πολύ μικρή τρύπα που αφήνει το ανεστραμμένο είδωλο να φτάσει μέχρι την απέναντι πλευρά του σκοτεινού αυτού χώρου. Για να παρθεί μία τέτοια φωτογραφία πρέπει πρώτα να τοποθετήσει κανείς φωτογραφικό χαρτί στην πλευρά αντανάκλασης του ειδώλου και να φροντίσει να είναι σε θέση να καλύψει την τρύπα αφότου το χαρτί πάρει όσο φως χρειάζεται ώστε να εμφανιστεί στη συνέχεια το κατάλληλο είδωλο στη διαδικασία εμφάνισης της φωτογραφίας. Στις τόσες ιστορίες ανθρώπων που “πέθαναν και ξαναγύρισαν” έχουμε ακούσει ανθρώπους να περιγράφουν πως βρίσκονται σε ένα χώρο με πολύ σκοτάδι βλέποντας στο βάθος μία λευκή κηλίδα. Εάν φτιάξουμε μία κάμερα πίνχολ στις αναλογίες του ανθρώπου και υποθετικά τον τοποθετήσουμε εντός της, γνωρίζουμε πως το φως που φτάνει στα μάτια του δεν πρόκειται να είναι αρκετό ώστε να κατανοήσει το σύνολο του ειδώλου. Το μόνο που θα είναι ικανός να αντιληφθεί θα είναι μία λευκή φωτεινή κηλίδα. Δεσμώτης ενός διαφορετικού πλατωνικού σπηλαίου, ο άλλοτε ετοιμοθάνατος ταξιδεύει σε μία πίνχολ, δεμένος στον τοίχο αντεστραμμένου ειδώλου και δε βλέπει παρά ένα και μοναδικό μέρος του ειδώλου μέχρι ο φωτογράφος να κλείσει πάλι την τρύπα αφότου πάρει όσο φως χρειάζεται ο δεσμώτης μας για να γυρίσει στον κόσμο των ζωντανών και να διηγηθεί σε μας τι έζησε εκεί. Ακόμα και αν έσπαγε τα δεσμά του, προχωρούσε λίγο πιο μπροστά και έπειτα κοιτούσε πίσω του για να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του ειδώλου, αυτό θα εξακολουθούσε να είναι ανεστραμμένο και όσο πιο πέρα προχωρούσε ο άλλοτε δεσμώτης τόσο λιγότερη ψευδή πληροφορία θα έπαιρνε καθώς η σκιά του θα μεγάλωνε καλύπτοντας το είδωλο αναλογικά με την απόσταση που θα κρατούσε από την τρύπα. Και βέβαια, ακόμα κι αν έφτανε ως την τρύπα και κοιτούσε έξω, θα έβλεπε την αληθινή μορφή του ειδώλου, μα θα καταλάβαινε αν δεν υποπτευόταν απλώς την ύπαρξη ενός ολόκληρου κόσμου “εκεί έξω”.
Ένας κόσμος γεμάτος με φωτογραφίες δε σημαίνει την ύπαρξη ενός κόσμου με όλες τις φωτογραφίες που μπορούν να υπάρξουν.

Ένας φωτογραφικός δρόμος του Τάο ίσως να είχε ως εξής:
Υπάρχουν πολλές φωτογραφίες, τι είναι όμως η φωτογραφία;
Υπάρχουν πολλοί φωτογράφοι, ποιος είναι όμως ο φωτογράφος της;
Δε δείχνει τίποτα και από αυτήν βγήκαν όλα όσα δείχνουν κάτι.
Αλλά αν αυτά έχουν ένα είδωλο, τότε κι αυτό έχει τη μηχανή που το βλέπει.




Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Φίστε φιστέ.

Φίστε φιστέ.

Ενύπνιο στόχαστρο ζητεί ενύπαρξη.
Θάνατος αναγκαίος σε ζωή τυχαία.
Εδάφιο σβησμένο διαρρηγνύει εμέ.
Βραδυνή ομίχλη προμηνύει φως.
Συσκευαστήριο δεμάτων του αύριο.
Το αύριο ένα χειροκρότημα που
ποτέ δεν έρχεται. Στέκεται κινούμενο.
Ακλόνητο. Τρεμάμενο. Εκεί. Μετά.

Γέφυρα ανούσια σε χώρα χωρίς
χωρίσματα που περιμένει εμάς
για να βρει χρήση. Ώρα. Μπορείς.

Χλωμή ανάπαυση. Η γλυκιά
καυκάσια προτιμά τη σκόνη.
Ο μέγιστος αριθμός συλλαβών
που δύναται να αρθρώσει δεν
ξεπερνά τις τρεις χιλιάδες ανά
μέρα. Δολοπλοκεί αδιαλείπτως
υπέρ των άδολων. Φλάουτο.

Αναπνέει ακόμα. Μετά τη βάπτιση,
μετά το μπάνιο στο σύμβολό τους.
Εμπνέει ακόμα. Μετά τον έρωτα
που κάναμε, μετά το γάμο, αλλά
και το χωρισμό μας. Εμβαθύνει.
Έπαψε να πίνει καφέ το πρωί.
Χρησιμοποιεί τον καφέ ως σκιάχτρο
για το τώρα και για το τότε. Το όταν
το φυλάει ακόμα σαν άρωμα
στους ώμους. Πεινάει. Αμφισβητεί.

Πλοιάριο ωρίμανσης κοιτά παντού.
Παράθυρο ανύπαρκτο στην έρημο.
Τα παιδιά σου επιλέγουν τη θανή
ή εσέ. Συμφωνείτε από κοινού να
ορίσετε τις λέξεις που θα λέτε εδώ.
Εκεί. Μετά. Έστω. Πισωδρομείς.
Έφτασες εκεί απ 'οπου ξεκίνησες.
Ή εκεί που ξεκίνησε όλο αυτό.
Τώρα κάνεις σπίτι σου το δρόμο.


Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Διπολική καταγραφή ανιμιστικής διαστρεβλώσεως μυστικής αμβλώσεως.

Διπολική καταγραφή ανιμιστικής διαστρεβλώσεως μυστικής αμβλώσεως.

Διαστρεβλώθηκαν. Τα πάντα διαστεβλώθηκαν.
Τα καλώδια του μερικού απλώθηκαν παντού.
Σαν τους χιμπατζήδες που αντί για πετσέτες χρησιμοποιούν μπανανόφλουδες για σκέπασμα στις κρύες μπίρες του καλοκαιριού.
Τα πάντα διαστρεβλώθηκαν.
Ακόμα οι φίλοι της μυσταγωγίας με τους αποκτηνωθέντες θιασώτες της μαγείας ενώθηκαν.
Σαν τις κότες που κλωτσούσαν μπάλες που από μέσα τους γεννήθηκαν οι καλύτεροι και πιο φοβητσιάρηδες παίκτες ποδοσφαίρου.
Οι λεμούριοι διαστρεβλώθηκαν΄
Μέσα στον ορίζοντα των κάθετων ορυζώνων οι Κινέζοι ορίζουν το πώς θα ξερνούν το ρύζι και πώς θα ξεπερνούν τον κουλτουριάρη που χλιμιντρίζει.
Σαν το τέρας του Λοχ-Νες που ακόμα και η αυτόματη διόρθωση των κειμενογράφων παρέλειψε να συμπεριλάβει στη σούπα του μεσημεριανού.
Τα πάντα διαστρεβλώθηκαν.
Όλες οι εξισώσεις που κατέληγαν σε 3,14 καρφώθηκαν από ομπρέλες με μελανές οπές στις άκρες. Εφιαλτικό τέλος για κάθε εξίσωση.
Σαν τους μαινόμενους μυρμηγκοφάγους σε αντιδιαστολή με τις πειθαρχημένες μυρμηγκοφωλιές της βασιλείας του άγχους. Ο υιός του χιονισμένου παστίτσιου έλαβε τη θέση του εις την ευώνυμον της μητρός.
Οι αρουραίοι διαστρεβλώθηκαν.
Οι έννοιες του “τόπου” και του “χώρου” εκκενώθηκαν καθώς οι υποστηρικτές της διαφοράς των σημασιών τους εξαϋλώθηκαν και τη θέση τους πήραν τα ποντίκια των κινουμένων σχεδίων με τις τηλεοράσεις για ποντικότρυπες.
Σαν τα πρώτα ρυπογόνα θηλαστικά της αντίστροφης εποχής των Μακκαβαίων που θα εξασφάλιζαν ένα καλύτερο αύριο, ένα καλύτερο ισοθερμικό πιεστήριο ή έστω έναν καλύτερο υποψήφιο δήμαρχο για το βασίλειο των απογευματινών εφημερίδων.
Οι γνήσιες φοράδες διαστρεβλώθηκαν.
Οι ένοχοι καταδικάστηκαν και οι αθώοι αθωώθηκαν. Οι μεν θα ζήσουν την περιπέτεια της δαντικής κολάσεως, οι δε θα πεθάνουν τη ρουτίνα του μιλτώνειου παραδείσου.
Σαν τα έσχατα εγγόνια των σημερινών αγκαθωτών ρινόκερων που σταθερά χτίζουν και τρέφουν τα κέρατα των απατημένων από τις γυναίκες τους θαλασσίων ταράνδων.
Τα πάντα διαστρεβλώθηκαν.
Οι ημερήσιοι θάνατοι εξευγενισμένων μηχανόβιων αντιπαραβάλλονται στον αριθμό άχρηστων κομμωτηρίων που ανοίγουν και κλείνουν ανά μήνα.
Σαν τα αστραφτερά χαμστεράκια που τυφλώθηκαν το ένα από τη λάμψη του άλλου.
Διαστρεβλώθηκαν. Όλα διαστρεβλώθηκαν.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Σώψυχη απόσχιση. Σήψη ως υπόσχεση.

Σώψυχη απόσχιση. Σήψη ως υπόσχεση.

Ζωική ανάληψη ευθυνών.
Καρκινογόνος ανάληψη στους ουρανούς.
Τυχοδιωκτική ανάληψη χρημάτων.
Καλλιτεχνική” ανάλυση χρωμάτων.
Ατομοκτόνος ανάλυση σε ορεινούς ερημίτες.
Χοϊκή ανάλυση αποθανόντων με υπερυψωμένες μύτες.
Ανάμνηση φωτογραφιών σκυλίσιων κοπράνων.
Ανάμειξη μηχανορραφιών γενετήσιων τυράννων του πνεύματος.
Ανάδειξη χωραφιών στο χώρο δίχως χρόνο,
παραπλήσιων εράνων εριφίων του θρησκευτικού αφοδεύματος.
Τα τελευταία χαίρουν τη μερίδα του λέοντος κατά τη διάρκεια του
τελικού μυστικού γεύματος.
Οι απατηθέντες συνεχιστές τους μετατρέπονται στα γεύματα των
λεόντων σε Ρωμαϊκές αρένες, κι ας νομίζουν πως
η σωτηρία τους βρίσκεται σε Αραμαϊκές πέννες.
Αίμα λεόντων και λεόντων της Ιουδαίας γεμίζει τα
κανάλια της τηλεόρασης και της Βενετίας και ποτίζει
το έδαφος για την εκκόλαψη τσίρκων με λέοντες-θεάματα
που έχουν ως κοινό τα παιδάκια-θηράματα του
ιταλογενούς θιάσου “Μεδράνο”. Μ' έδρανο το θρόνο του
βασιλιά των ζώων και τη ζωική ανάληψη των
ευθυνών του.