Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Το αναπόφευκτο αδύνατο και το αδύνατο αναπόφευκτο: Μια υπεράσπιση της Αναρχίας.


Το αναπόφευκτο αδύνατο και το αδύνατο αναπόφευκτο:
Μια υπεράσπιση της Αναρχίας.
 onesecbeforetheend
 
Ο φόβος του θανάτου ξεπερνιέται με το θάνατο του φόβου.
Περίπου πριν ενάμιση αιώνα, μια φράση συγκλόνισε την Ηθική: "Ο Θεός πέθανε."
Περίπου πριν έναν αιώνα, μια φράση συγκλόνισε την Αισθητική: "Η Τέχνη πέθανε."
Ένα εντροπικό καζάνι στο οποίο έβρασαν ο Νίτσε, ο Φρόιντ, το Νταντά, και ο Χάιζενμπεργκ, ξέβρασε μια ακόμα συγκλονιστική φράση που συγκλόνισε το μέσα και το έξω, την οντολογία και την επιστημολογία: "Η Αλήθεια πέθανε."

Νιτσεϊκά, λοιπόν, η λογική, πολιτική και Ιουδαιοχριστιανική αντιπαράθεση καλού και κακού (είτε αυτή προέρχεται από τον προφήτη του Θεού, είτε από το φιλόσοφο μιας επερχόμενης "καλύτερης" κοινωνίας) αίρεται. Αιρετικοί καλλι-τέχνες βρίσκουν διέξοδο στην Τέχνη, έξω από πολιτική, έξω από θρησκεία.

Η Τέχνη όμως, ως τέτοια, στοχεύει στην αναγωγή της ως "καλή," ώσπου το καλύτερο απόγειο της αισθητικής αυτοαναφορικότητάς της ήταν η "τέχνη για την τέχνη." Ο φόβος του θανάτου της ξεπεράστηκε και έτσι, οι ίδιοι οι καλλιτέχνες σκότωσαν την Τέχνη. Τεχνίτες και ειδικοί της Τεχνολογίας καταλαμβάνουν το τελευταίο οχυρό: το κάστρο της Επιστήμης.

Το κάστρο της Επιστήμης (επ-ίσταμαι) είναι αυτό της θεωρίας, όπου κάποιος βλέπει από ψηλά. Η Αλήθεια είναι ορατή από αυτήν τη θέση και, έτσι, όποιος την κατέχει γίνεται και ο συγγραφέας-εξουσιαστής (authorship/authority). Η εξουσία, βέβαια, έχει πολλά στοιχεία από την προηγούμενη θρησκευτική/πολιτική κατάσταση που όλοι απεύχονταν. Διαθέτει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των δύο αυτών ανθρώπινων ενασχολήσεων: την επιμονή των απόψεων. Ο απόηχος αυτός ήταν φανερός στους συγγραφείς επιστημονικών κείμενων: διαρκείς ασυμφωνίες ως προς το τι είναι αληθινό. Η απάντηση ήρθε και πάλι εκ των έσω από δύο πλευρές που έλεγαν το ίδιο πράγμα, αλλά από διαφορετική άποψη. Η επιστήμη της λογο-τεχνίας μίλησε από την πέννα του Ρολάν Μπαρτ για τον "θάνατο του Συγγραφέα." Η επιστήμη της τεχνο-λογίας μίλησε από την πέννα του Χάιζενμπεργκ για την "αρχή της Απροσδιοριστίας", συντακτικά βλέποντάς τη, μια αρχή (συγκεκριμένη εξουσία της μιας αλήθειας) που βασίζεται στην Απροσδιοριστία και στην Αβεβαιότητα (την αφηρημένη έλλειψη εξουσίας της αλήθειας), της Αναρχίας.

Η πορεία της ανθρώπινης σκέψης μπορεί, έτσι, να χαρακτηριστεί ως τραγική, τρομακτική, δραματική και φοβερή. Ξαφνικά, φαίνεται να μην έχουμε σκοπό και να οδεύουμε, με επιστημονικά αποδεδειγμένα στοιχεία πλέον, προς το αβέβαιο. Η κατάσταση αυτή είναι αναπόφευκτη, εφόσον είναι δραματική και το ξέρουμε αυτό από τον καιρό του Αριστοτέλη ακόμα. Η κάθαρση σε κάθε τραγωδία επέρχεται μέσω του φόβου. Ο κιρκεγκωριανός φόβος και τρόμος που ζούμε ήταν αναπόφευκτος και μάλλον αναπόφευκτη είναι και η επερχόμενη κάθαρση.

Ο Χάιζενμπεργκ, σε μία γλώσσα μαθηματική και συμβολική, όρισε μια νέα ηθική - που βέβαια έχει ξεπεράσει την όποια ηθική γνωρίζαμε ως τώρα. Αντιπαραθέτοντας την αρχή της Απροσδιοριστίας/Αβεβαιότητας στην κρατούσα αρχή της Αιτιοκρατίας, αντιπαραθέτει στους ορίζοντες του καλού/όμορφου/αληθινου και κακού/άσχημου/ψευδούς τον ορίζοντα του αναπόφευκτου και του αδύνατου. Στον ορίζοντα του αναπόφευκτου βρίσκεται η απόλυτη βεβαιότητα, η απόλυτη εντροπία του θερμικού θανάτου. Στον ορίζοντα του αδύνατου βρίσκεται η απόλυτη αβεβαιότητα, η απόλυτα πληροφοριακή κατάσταση, η αρνητική εντροπία. Τα ενδιάμεσα καζαντζακικά κβαντικά σημεία τα λέμε ελευθερία των πιθανοτήτων. Όσο πιο πιθανή είναι μια κατάσταση, τόσο πιο κοντά βρίσκεται στην αναποφευξιμότητα. Όσο πιο απίθανη είναι μία κατάσταση τόσο πιο κοντά βρίσκεται στην αδυνατότητα. 

Ο αριστοτελικός τρόμος της επερχόμενης κάθαρσης είναι μια αρχαϊκή μετάφραση του περάσματος από το βέβαιο στο αβέβαιο, από το αναπόφευκτο στο αδύνατο. Αποτελεί μία πολύ ιδιαίτερη αντιστροφή: Το αδύνατο γίνεται αναπόφευκτο και το αναπόφευκτο γίνεται αδύνατο. Η βεβαιότητα των ηθικών του παρελθόντος ακυρώνεται και μια νέα κατάσταση είναι αναγκαία. Φυσικά, η νέα κατάσταση είναι απροσδιόριστη. Εφόσον δεν τη γνωρίζουμε, δε μπορούμε και να την ορίσουμε. Δεν είναι μάλλον το αναπόφευκτο του θανάτου που φοβίζει τον άνθρωπο, όσο το απροσδιόριστο αυτού του επέκεινα. Και ο Αριστοτέλης που θεωρούσε αναπόφευκτη συν-ήθειά του τη δημιουργία ορισμών, δε θα μπορούσε παρά να φοβάται ό,τι το απροσδι-όριστο.

Η οικολογία της Αισθητικής έχει να μας προσφέρει έναν πολύ ωραίο κύκλο, ωραίο αναφορικά με τα νέα αισθητικά κριτήρια της Απροσδιοριστίας. Μία νέα κατάσταση (ας πούμε, ένας πίνακας του Μαλέβιτς το 1915) είναι συν-ήθως άσχημη και τρομακτική και λαμβάνει αρνητική κριτική από τη μάζα και θετική κριτική μόνο από την ελίτ που είναι προτοιμασμένη για την επερχόμενη αλλαγή. Στη συνέχεια, αφότου ξεπεραστεί το απροσδιόριστο σημείο του Ζήνωνος, όπου το άσχημο θεωρείται όμορφο, σιγά-σιγά γίνεται απλώς αποδεκτό για να στολίζει το περιβάλλον, ώσπου στο τέλος αγγίζει τα όρια του Κιτς. Μέσα από την απόλυτα εντροπική αυτή κιτς κατάσταση, όπου οι πάντες περιβάλλονται από μία ηθική που δε λειτουργεί, ξεπηδάει μέσα από μία διαλεκτική τυχαίου και αναγκαίου το νέο άσχημο, το νέο πρωτοπόρο (αβάν γκάρντ), το νέο μελλοντικά όμορφο. 

Ο χρόνος αναγνώρισης των εαυτών τους που απαιτείται από τους ανθρώπους για να θεωρήσουν τη νέα κατάσταση όμορφη, ορίζει το πόσο ρηξικέλευθη είναι αυτή η κατάσταση. Και κάθε φορά, όπως σε ένα μυθικό κύκλο που επαναλαμβάνεται αιώνια, όταν οι νέοι θεοί αντικαθιστούν τους παλιούς, η ασχήμια του φόβου του αγνώστου ξεπερνιέται με το να κάνουμε το φόβο γνωστό μας και να μην το φοβόμαστε. Έτσι, ο φόβος του θανάτου ξεπερνιέται με το θάνατο του φόβου. Τώρα γίνεται φανερό γιατί η κοινή γνώμη θεωρεί τους Αναρχικούς τρομοκράτες. Η αιτιοκρατία φοβάται την απροσδιοριστία και ελλείψει κάποιας άλλης ονομασίας την ονομάζει τρομοκρατία.