Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Προς ένα Τάο της φωτογραφίας.

Φωτογραφίζω μία από τις δυνητικές φωτογραφίες που η μηχανή μου μπορεί να αποτυπώσει σε μία ψηφιακή τοποθεσία. Τοποθετώ έτσι μία αναπαράσταση της ύλης σε ένα άυλο περιβάλλον, αποϋλοποιώ στην πραγματικότητα μία θέασή της, μεταφέρω την αντικειμενική της υλιστική πραγματικότητα στην υποκειμενική πνευματική δυνητικότητα της κάμερας.
Μεταφέρω το αποτέλεσμα μέσω μίας ρουτινιάρικης αλχημικής διαδικασίας από το χώρο στόρευσης του πνευματικού αντικειμένου, που συντέλεσα στη δημιουργία του με το πάτημα ενός πλήκτρου, στο χώρο τροποποίησής του, που φέρει ένα υλικό κομμάτι εφοδιασμένο με ένα απαλό πνευματικό πρόγραμμα, μία πλατφόρμα νέων δυνητικοτήτων που προδιαγράφει βαθιά εντός της τις νέες μορφές των υποκειμενικών ματιών εμού και της μηχανής. Το πνευματικό αυτό δημιούργημα μπορεί στη συνέχεια να αναρτηθεί στον παγκόσμιο πνευματικό ιστό που όσον αφορά τη σχέση του με την ύλη “μαζί δεν κάνει και χώρια δε μπορεί”. Επίσης μπορεί να εκτυπωθεί. Ένας εκτυπωτής θα δώσει μία ολοκαίνουργια διάσταση στο δημιούργημα της φωτογραφικής μου μηχανής και του υπολογιστή μου. Ειδικά μάλιστα όσο μικρότερη ακρίβεια έχει στην απόδοση των λεπτομερειών, των χρωμάτων και του σχήματος της φωτογραφίας μου. Καθώς το ηλεκτρονικό φως εγγράφεται πάνω στο φωτογραφικό χαρτί δημιουργείται μία παραλληλία ανάμεσα στα αρχικά δείγματα ύλης που βρέθηκαν μπροστά στη φωτογραφική μηχανή και στην υλική αναπαράσταση που απέκτησαν μετά την εκτύπωση.

Κάποιες προληπτικές παραδόσεις που δημιουργήθηκαν μετά την ανακάλυψη της φωτογραφίας ήθελαν τις ψυχές των ανθρώπων να αιχμαλωτίζονται στις φωτογραφίες που τους – όπως ειρωνικά ή ταιριαστά λέγεται – απαθανατίζουν. Στις σύγχρονες σαμανικές τελετές των ινδιάνων, όπως και στις αντίστοιχες του βουντού, είναι θεμιτό να χρησιμοποιούνται φωτογραφίες του ανθρώπου που πρέπει να επηρεαστεί από το τελετουργικό. Στη Ρωσία μάλιστα υπάρχει η πεποίθηση πως αν φωτογραφίσεις κάποιον ενώ κοιμάται, μπορεί και να τον σκοτώσεις. Ακόμα, λοιπόν, και στην εποχή της αναλογικής φωτογραφίας, ενστικτωδώς δημιουργήθηκε στον άνθρωπο μία άμεση σύνδεση μεταξύ φωτογραφίας και πνευματικότητας έως τη σύνδεση φωτογραφίας και θανάτου. Μία φωτογραφία είναι όντως ικανή μετά το θάνατο κάποιου να ζωντανεύει στιγμές που πέρασαν φιλικά του πρόσωπα κοντά του, κατά κάποιον τρόπο να τον αναστήσει δηλαδή. Η πρώτη μορφή της τεχνολογίας της αντανάκλασης του ανεστραμμένου ειδώλου που ανακαλύφθηκε ήταν πολύ κοντά στην τεχνική της κάμερας πίνχολ. Ένας απόλυτα σκοτεινός χώρος, η κάμερα ομπσκούρα, έχει σε μία άκρη της μία πολύ μικρή τρύπα που αφήνει το ανεστραμμένο είδωλο να φτάσει μέχρι την απέναντι πλευρά του σκοτεινού αυτού χώρου. Για να παρθεί μία τέτοια φωτογραφία πρέπει πρώτα να τοποθετήσει κανείς φωτογραφικό χαρτί στην πλευρά αντανάκλασης του ειδώλου και να φροντίσει να είναι σε θέση να καλύψει την τρύπα αφότου το χαρτί πάρει όσο φως χρειάζεται ώστε να εμφανιστεί στη συνέχεια το κατάλληλο είδωλο στη διαδικασία εμφάνισης της φωτογραφίας. Στις τόσες ιστορίες ανθρώπων που “πέθαναν και ξαναγύρισαν” έχουμε ακούσει ανθρώπους να περιγράφουν πως βρίσκονται σε ένα χώρο με πολύ σκοτάδι βλέποντας στο βάθος μία λευκή κηλίδα. Εάν φτιάξουμε μία κάμερα πίνχολ στις αναλογίες του ανθρώπου και υποθετικά τον τοποθετήσουμε εντός της, γνωρίζουμε πως το φως που φτάνει στα μάτια του δεν πρόκειται να είναι αρκετό ώστε να κατανοήσει το σύνολο του ειδώλου. Το μόνο που θα είναι ικανός να αντιληφθεί θα είναι μία λευκή φωτεινή κηλίδα. Δεσμώτης ενός διαφορετικού πλατωνικού σπηλαίου, ο άλλοτε ετοιμοθάνατος ταξιδεύει σε μία πίνχολ, δεμένος στον τοίχο αντεστραμμένου ειδώλου και δε βλέπει παρά ένα και μοναδικό μέρος του ειδώλου μέχρι ο φωτογράφος να κλείσει πάλι την τρύπα αφότου πάρει όσο φως χρειάζεται ο δεσμώτης μας για να γυρίσει στον κόσμο των ζωντανών και να διηγηθεί σε μας τι έζησε εκεί. Ακόμα και αν έσπαγε τα δεσμά του, προχωρούσε λίγο πιο μπροστά και έπειτα κοιτούσε πίσω του για να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του ειδώλου, αυτό θα εξακολουθούσε να είναι ανεστραμμένο και όσο πιο πέρα προχωρούσε ο άλλοτε δεσμώτης τόσο λιγότερη ψευδή πληροφορία θα έπαιρνε καθώς η σκιά του θα μεγάλωνε καλύπτοντας το είδωλο αναλογικά με την απόσταση που θα κρατούσε από την τρύπα. Και βέβαια, ακόμα κι αν έφτανε ως την τρύπα και κοιτούσε έξω, θα έβλεπε την αληθινή μορφή του ειδώλου, μα θα καταλάβαινε αν δεν υποπτευόταν απλώς την ύπαρξη ενός ολόκληρου κόσμου “εκεί έξω”.
Ένας κόσμος γεμάτος με φωτογραφίες δε σημαίνει την ύπαρξη ενός κόσμου με όλες τις φωτογραφίες που μπορούν να υπάρξουν.

Ένας φωτογραφικός δρόμος του Τάο ίσως να είχε ως εξής:
Υπάρχουν πολλές φωτογραφίες, τι είναι όμως η φωτογραφία;
Υπάρχουν πολλοί φωτογράφοι, ποιος είναι όμως ο φωτογράφος της;
Δε δείχνει τίποτα και από αυτήν βγήκαν όλα όσα δείχνουν κάτι.
Αλλά αν αυτά έχουν ένα είδωλο, τότε κι αυτό έχει τη μηχανή που το βλέπει.