Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Μετα-Ιστορία: Υπομνήματα ενός Βρυκόλακα

Μετα-Ιστορία: Υπομνήματα ενός Βρυκόλακα



Οι στίχοι, το εισαγωγικό σημείωμα και σύνδεσμοι στο YouTube για το δίσκο "Μετα-Ιστορία: Υπομνήματα ενός Βρυκόλακα". 

Ολόκληρος ο δίσκος διαθέσιμος για κατέβασμα εδώ:
http://www.mediafire.com/download/qpg6qxz7260x9q5/onesecbeforetheend_-_Μετα-Ιστορία_-_Υπομνήματα_ενός_Βρυκόλακα.zip

Και η YouTube playlist:
https://www.youtube.com/playlist?list=PLNzweW6KFNHCqe01fyAeeAbaJX3XGtiXs


Έτος 1, προς αναζήτηση του μηδενικού έτους, η μετα-ιστορία δεν είναι δυαδική, αλλά θα πρέπει να γίνει για να πραγματωθεί, η ιστορία ξεκινά με την εφεύρεση της γραφής. 2015, το γράμμα γράφτηκε και εστάλη, ενώ τα chat stickers-ιδεογράμματα ξεκινούν να αντικαθιστούν τη γραφή. 1858, δύο άνθρωποι, ένας εκ των οποίων ο Moebius, ανακαλύπτουν την αέναη κορδέλα που έμεινε στην ιστορία με το όνομα του τελευταίου, ενώ σήμερα κάποιος τη λαμβάνει ως πρότυπο κυκλικής ομιλίας. 2001. Μετά και την 11/9 η μετα-ιστορία εδραιώνεται - από κει κι έπειτα η σειρά των ετών παύει να έχει σημασία και η απαρίθμηση γίνεται μόνον από συνήθεια. 1936, ο Edmund Husserl εισάγει τη δική του φαινομενολογία ως όπλο ενάντια στην διασπαστική κρίση των Ευρωπαϊκών επιστημών. 1869, ο Σεργκέι Νετσάγιεφ εκδίδει το εγχειρίδιό του για την επίτευξη του απόλυτου κυνισμού που αποσκοπεί στην απόλυτη μοιρολατρεία μιας μεταφυσικής Επανάστασης. 1883, το ηφαίστειο Κρακατόα εκρήγνυται, αφαιρώντας τη ζωή περισσότερων από 36.000 ανθρώπους με πολύ πιο κυνικό τρόπο από τη μέθοδο του Νετσάγιεφ. 1939, ο James Joyce εκδίδει το “Finnegans Wake”, το πρώτο οριακό δείγμα της ανθρώπινης αλφαβητικής γραφής - άρα η γραφή ξεκινά να φτάνει στο τέλος της αφού τελειοποιείται. 2013, η πιο πρόσφατη προφητεία γραμμένη σε παρελθοντικό χρόνο για την καταστροφή της Γης από εξωγήινους. 2011, το μποζόνιο Higgs επί του τάπητος, η δομή του σύμπαντος δε θα είναι ποτέ ξανά η ίδια. 1930, η πρώτη εγχείρηση αλλαγής φύλου λαμβάνει χώρα, οι σταθερές μας για την ταυτότητα δε θα είναι ποτέ ξανά οι ίδιες. 2004, το Facebook ανοίγει ως ένα παράθυρο στη μετα-ιστορία, ενώ κάποτε ποστάραμε πράγματα που κάναμε, πλέον κάνουμε πράγματα για να τα ποστάρουμε. 1971, ή κάπου εκεί, ξεκινά το ραπ, ένα μετα-ιστορικό μέσο αφηγηματικής τεχνικής βασισμένο σε αρχέγονα προϊστορικά ένστικτα κυκλικής ιστορίας. 1959, 29 χρόνια μετά την πρώτη εγχείριση αλλαγής φύλου, βγαίνει στην αγορά η Barbie, σαν επαναξιολόγηση και πλαστικοποίηση της θηλυκότητας. 1984, βγαίνει ο δίσκος Tam Lin, όπου ο Brian Pearson γράφει κομμάτι για την κυκλική ιστορία των τεσσάρων εποχών, το ίδιο έτος που ο Orwell οραματιζόταν το μεγάλο αδελφό να κυριαρχεί. 1985, ένα έτος μετά, η Λένα Πλάτωνος σε συνέντευξή της κάνει λόγο για τη δύναμη του συνθεσάιζερ, του μουσικού οργάνου που σηματοδοτεί τη μετα-ιστορία εξαιτίας των πολλαπλών, αυτοματικών και ταυτόχρονων δυνατοτήτων του. 1807, ο Hegel εκδίδει τη “Φαινομενολογία του Πνεύματος”, όπου περιέχονται πρώτα ψήγματα μιας φιλοσοφίας του τέλους της ιστορίας. 1890, ο Λευκάδιος Χερν εγκαθίσταται στην Ιαπωνία - ο Δυτικός γραμμικός ιστορικός χρόνος παντρεύεται τον Ανατολικό κυκλικό μυθικό χρόνο. 2017, επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να έχουμε εικόνες από το μέλλον ως δεδομένες. 1726, η χωροχρονική σχετικότητα του χρόνου και της μάζας εκφράζεται μέσα από τα “Ταξίδια του Γκιούλιβερ” του Jonathan Swift. 1100, χρήση του σκακιού ως μεταφορά στο βιβλίο η “Αλχημεία της Ευτυχίας” του Al-Ghazali, απαρχή μιας πρακτικής σύζευξης των αντιθέτων. Έτος 0, η σύζευξη θανάτου και ζωής, συνειδητοποίηση πως τίποτα από τα δύο δεν υπάρχει, μα ζούμε και πεθαίνουμε ταυτόχρονα, ποτέ δε γεννιόμαστε, ποτέ δεν πεθαίνουμε, το τέλος του δυαδικού συστήματος, το τέλος της ιστορίας.



01.0001 - Along Came Ragnarok.
[Στίχοι Sun Ra, από το κομμάτι Along Came Ra]


When the world was in darkness
and the darkness was ignorance,
along came Ra.


02.2015 - Το Γράμμα.


Η δύναμη. Το πάθος. Μέθα με τη σκιά σου.
Η ομορφιά σου συνοψίζεται στα βλεφαρίσματά σου.
Τα σκέφτομαι όταν είμαι μόνος με παρόν θαμπό.
Νιώθω τι σημαίνει πόνος όποτε δε σ' ακουμπώ.
Ζάχαρη και χάος. Όλοι οι άλλοι είναι βαρετοί.
Με μεθάς ασταμάτητα. Αυτή η κραιπάλη είναι αρετή.
Θυσιάζω της ζωής μου όλους τους κόπους
για να 'μαι πάντα μαζί σου σε ηλιόλουστους τόπους.


Δευτερόλεπτα μακριά σου είναι σαν χρόνια βασανισμένα.
Δεν υπάρχει πια στον κόσμο κανένας για να μιλήσω.
Οι λέξεις μού στερέψαν και είναι λίγες για σένα.
Δείξε μου πού πονάς και άσε με να σε φιλήσω.


Η μουσική που ακούγεται. Μπαρόκ και ροκοκό.
Κατάλαβα τι είναι πια το καθαρό κακό.
Αναλογίζομαι όσα έκανα. Μη βιάζεσαι! Στάσου!
Θέλω στο υπόλοιπο της ζωής μου να γίνομαι καλύτερος μπροστά σου.
Να σου χαρίσω ενθουσιασμό, δημιουργικότητα,
ασφάλεια και φροντίδες, χάδια και στοργικότητα
κι ανοίγοντας τα φτερά σου την αίσθηση αιώρησης.
Έρωτας πρώτης ματιάς: η εύρεση της όρασης.


Δευτερόλεπτα μακριά σου είναι σαν χρόνια βασανισμένα.
Δεν υπάρχει πια στον κόσμο κανένας για να μιλήσω.
Οι λέξεις μού στερέψαν και είναι λίγες για σένα.
Δείξε μου πού πονάς και άσε με να σε φιλήσω.


Να ζεσταίνομαι στη φωτιά σου μέχρι να εξατμιστώ.
Ευφραίνομαι κοντά σου. Εισέρχομαι στο θαυμαστό.
Επέτρεψέ μου να γίνω λεία σου. Είσαι η γοητεία του θίασου.
Κι αν θα σε αποπλανήσω, τιμή μου να 'μαι η αμαρτία σου.
Άφησα πίσω το παρελθόν μου. Καλομάσησα τους λωτούς σου.
Τώρα κρύψε με καλά ανάμεσα στους γλουτούς σου.
Βράδια ρομαντικά θα κλείνουν την κάθε μας μέρα.
Λάδια αρωματικά κατακλύζουν τον αέρα.


Δευτερόλεπτα μακριά σου είναι σαν χρόνια βασανισμένα.
Δεν υπάρχει πια στον κόσμο κανένας για να μιλήσω.
Οι λέξεις μού στερέψαν και είναι λίγες για σένα.
Δείξε μου πού πονάς και άσε με να σε φιλήσω.



03.1858 - MC Escher performs the Moebius Strip Rap.


αυτή είναι μία πρόταση που βγαίνει από το στόμα μου και καταλήγει στο αυτίή είναι μία πρόταση που βγαίνει από το στόμα μου και καταλήγει στο αυτίή είναι μία πρόταση που βγαίνει από το στόμα μου και καταλήγει στο αυτίή είναι μία πρόταση που βγαίνει από το στόμα μου και καταλήγει στο αυτί


επηρεάζει τον εγκέφαλό σου σαν τη σκέψη που έκανες άθελα και μαγικά σε συνεπήρεάζει τον εγκέφαλό σου σαν τη σκέψη που έκανες άθελα και μαγικά σε συνεπήρεάζει τον εγκέφαλό σου σαν τη σκέψη που έκανες άθελα και μαγικά σε συνεπήρεάζει τον εγκέφαλό σου σαν τη σκέψη που έκανες άθελα και μαγικά σε συνεπήρε


ο κύκλος αυτός ποτέ δε σπα κι ας καταλήγει σε νοητική συμπλοκήύκλος αυτός ποτέ δε σπα κι ας καταλήγει σε νοητική συμπλοκήύκλος αυτός ποτέ δε σπα κι ας καταλήγει σε νοητική συμπλοκήύκλος αυτός ποτέ δε σπα κι ας καταλήγει σε νοητική συμπλοκή



04.2001 - Μετα-Ιστορία. Πάω.


Καλωσήλθατε και πάλι στις Ιστορίες απ’ την Κρύπτη.
Ο παραλήπτης της ιστορικής σκυτάλης δεν υποκύπτει.
Ιστορικός υλισμός για κυρίες και κυρίους
Ένδοξη ιστορία, ιστορίες για αγρίους.
Προϊστορικός πολιτισμός σε μουσείο φυσικής ιστορίας.
Η ιστορία ίσως βασίζεται σε στιγμές μαζικής υστερίας.
Βιώνουμε ιστορίες καθημερινής τρέλας,
κοσμοϊστορικές αλλαγές, κοψίματα κορδέλας.
Εναλλακτική εκδοχή της ιστορίας. Ιστορικό γραπτό.
Ιστορία μου, αμαρτία μου, ιστορίες απ’ το στρατό.
Το χρονοντούλαπο της ιστορίας, η ιστορία που δε σου είπανε.
Η ιστορία σου έχει κενά, ή κάποια στοιχεία πάντα λείπανε.
Σ’ ένα ιστορικό μπαρ η πάρλα ιστοριοδίφη ανιστόρητου,
όσο κι αν με γλύφει δε θα δεχτώ το στόρυ του.
Ως θιασώτες της ιστορίας είμαστε αντι-ιστορικά αμφίβια.
Η ιστορία της ιστορίας ως ιστορική ανακρίβεια.
Ο έξυπνος ιστορικός από τις λεπτομέρειες πιάνεται.
Μητριά της μαθήσεως, η ιστορία επαναλαμβάνεται.
Ξεχασμένος απ’ την ιστορία, αποδέκτης κακού ριζικού.
Το βιβλίο ιστορίας της έκτης δημοτικού.
Παρατηρώ την ιστορική εξέλιξη σαν αστερίας.
Επαναστάτες: οι ατμομηχανές της ιστορίας.
Ιστορία: φιλοσοφία μέσω παραδειγμάτων.
Ίσως όλη η ιστορία να ‘ναι η ιστορία των ονομάτων.
Η ιστορία ρουφάει μπουμπούκια και ξερνάει ραμολιμέντα.
Όσα περνάς στο ντούκου είναι ιστορικά ντοκουμέντα.
Φιλοσοφία της Ιστορίας, Ιστορία της Φιλοσοφίας.
Πέρασε στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας
Ιστορικός Τέχνης. Ιστορία της Επιστήμης.
Ιστορία ως καλλιέργεια για επέκταση της μνήμης.
Ιστορία γραμμένη απ’ την πέννα νικητών επιπόλαιων.
Ιστορία του Ματιού, Ιστορία δύο πόλεων.
Ιστορία με αρχή μέση και τέλος. Μυθιστόρημα.
Ιστορικό υποκείμενο, ρήμα, κατηγόρημα.
Κυκλική ιστορία, ιστορίες του παλιού καιρού.
Ιστορία δίχως τέλος, ιστορία με φρου-φρου.
Παραχάραξη της ιστορίας με μερικά εκατομμύρια.
Εργαστήρια που παράγουν ιστορικά τεκμήρια.
Ιστορικά αίτια, θαυμάζω με απορία.
Εκκαθάριση ιστορικού, enter, μετα-ιστορία.



05.1936 - Ετεροκτησία.


Είναι ένα φαινομενολογικό πρωινό. Μπορείς να ξενερώσεις, μπορείς και να πορωθείς. Είναι μια πρωτοβουλία για την κατάργηση του χρήματος, απ’ την οποία επιμένεις να πληρωθείς. Είναι η θεωρητική βάση της ατυχίας, κατεδάφιση συμβολικών τοίχων, πακέτο με συμβολικό κρύο. Η θέαση ενός ά-σχημου κόσμου μέσα από τετράγωνα παράθυρα σ’ ένα κυκλικό κτήριο, θρυλικό τρίο: Έκπληξη, συνήθεια, βαρεμάρα, έκρηξη, αλήθεια, παλαβομάρα, ουροβόρος όφις. Έμπνευση, καταγραφή, ευχαρίστηση, έπαρση, καταστροφή, απαρίθμηση, όλα καταλήγουν στο office. Γνώθι σαυτόν, γνώθι το έτερο. Τι νοιώθει το έντερο, πώς βλέπει τον άλλο, πού πρέπει να συμβάλλω; Για να μου δώσουν σημασία οφείλω να φωνάζω και να υπερβάλλω, να διατάζω και να προβάλλομαι, να γιορτάζω εντός μου υποκρινόμενος πως προσβάλλομαι. Εξωτερικεύοντας έναν σιωπηλό Αδάμ από πηλό, κάθε βράδυ πνίγω τα ουρλιαχτά μου δαγκώνοντας το εύπλαστο φαντασιακό μαξιλάρι μου που ονομάζω Εύα και έχει γεύση μήλου. Τέλειωσαν τα χαρτομάντηλα Zewa και χρησιμοποιώ τις μάταιες σελίδες του Εκκλησιαστή και όλα συγκλίνουν στο να καταρρεύσει το όποιο μήνυμα της Βίβλου. Όλοι συγκρίνουν τους εαυτούς τους με διαφορετικές εκδοχές των εαυτών τους. Η μεταφυσική της θεωρίας των παράλληλων συμπάντων βασική για την κλασική περιοδική διαδοχική διδαχή αλεπάλληλων συμβάντων που όλα καταλήγουν στην τελευταία σελίδα του περιοδικού με τα ζώδια. Δεν έχεις ώρα να ανασκοπήσεις ωροσκόπια. Αναλύεις σε μικροσκόπια τη βιολογική αιτιότητα του να μην πληρώνεις διόδια. Θεοποίηση θνητών χαρισμάτων, φυλάττων τεθνηκότες θεούς, επαναπροσδιορίζω τη διορία ύπαρξης ορίων με μια άρρητη διάρροια σκέψεων αείποτε λεκτικά εκπεφρασμένων. Η προφητεία της ημέρας είναι πως η ηρεμία θα δοθεί στα παιδιά των οργισμένων. Τα απορρυπαντικά ρυπαίνουν και είναι η μόνη αιτία των αφρισμένων κυμάτων. Εν τέλει πληρώθηκες. Η πηγή είναι μια μπάνκα ξαφρισμένων χρημάτων.

Η ετεροκτησία ως προσωρινό υποκατάστατο της ιδιοκτησίας.



06.1869 - Η Κατήχηση του Επαναστάτη.


Σεργκέι Νετσάγιεφ, η κατήχηση του επαναστάτη,


Ο επαναστατημένος άνθρωπος είναι καταραμένος
απ' το πρόσωπο της κοινωνίας ξεγραμμένος.
Δεν έχει δουλειά, συναίσθημα, ούτε ιδιοκτησία.
Μόνο στην Επανάσταση βρίσκει την ουσία.
Σπάει κάθε δεσμό με τον πολιτισμό.
Οι νόμοι κι η ηθική αποτελούν τον πρώτο εχθρό.
Για να τον καταστρέψει μελετά νόμους της φυσικής,
χημείας και μηχανικής, ψυχολογίας και ιατρικής.
Μόνη του επιστήμη αυτή της καταστροφής.
Απορρίπτει κοινές γνώμες. Ζει μες στη φωλιά του.
Στην εκπαίδευση του συστήματος πόλεμος μέχρι θανάτου.
Τυραννικός στον εαυτό του, τυραννικός με όλους.
Ευγνωμοσύνη και φιλία αποτελούν άγνωστους όρους
για όποιον θέλει να φυτέψει της επανάστασης τους σπόρους.
Τους φίλους του διαλέγει για την αφοσίωσή τους
στην επανάσταση και τη δύναμη την καταστροφική τους.
Φιλία κι αλληλεγγύη είναι όροι γελοίοι
για όποιον το σύστημα από τη ρίζα καταλύει.
Σε περίπτωση κινδύνου μη βάζεις το συναίσθημα
πάνω από το τελικό οριστικό αποτέλεσμα.
Μπες μέσα στο σύστημα για να το διαλύσεις.
Πάρε θέσεις που μετά δε θα διστάσεις να αφήσεις.
Γίνε φίλος, συγγενής, εραστής, γραφειοκράτης.
Πίσω από τη μάσκα αυτή μείνε επαναστάτης.
Μπες σ' όλες τις τάξεις, σ' εμπόριο κι εκκλησία,
σε αριστοκρατία, σε στρατό και λογοτεχνία.
Τους ανθρώπους χώριζε σε έξι κατηγορίες
ανάλογα με τη χρησιμότητα και τις συγκυρίες.
Οι πρώτοι θα 'ναι αυτοί που θα πεθάνουν πρώτοι.
Φτιάξε, λοιπόν, λίστες με τ' όνομα κάθε προδότη.
Σκότωσέ τους αθόρυβα στην πρώτη ευκαιρία
και για να μη συναντήσεις καμία δυσκολία
βγάλε από τη μέση τους υπερβολικά παθιασμένους
που ξεσηκώνουνε τις μάζες με τη χρήση τυφλού μένους.
Αυτή είναι η δεύτερη κατηγορία: όσοι πέρασαν
πολύ καιρό στο σύστημα και το σκοπό τους ξέχασαν.
Τρίτοι όσοι κατέχουνε θέσεις υψηλές,
όμως το μυαλό τους δεν είναι ευφυές.
Αυτούς κατέκτησέ τους με τεχνικές μυστικές,
κάντους υπηρέτες σου για να ασκείς επιρροές.
Τέταρτοι: καρεκλοκένταυροι και φιλελεύθεροι.
Κάνε πως μπροστά τους έρχεσαι σε θέση δεύτερη.
Κερδίζεις, έτσι, σύντομα την εμπιστοσύνη τους.
Μ' αυτόν τον τρόπο τους έχεις στα πόδια σου ακίνητους.
Οι πέμπτοι είν' οι θεωρητικοί κι οι συνωμότες,
αναρχοπροπαγανδιστές, πληροφοριοδότες.
Να ξέρεις πως θ' αποτελέσουν τις απώλειες τις πρώτες
μ' εξαίρεση τους ελάχιστους επαναστατικούς ιππότες.
Η έκτη κατηγορία, το γυναικείο φύλο.
Κάποιες απ' αυτές δε σκέφτονται, απελέκητο ξύλο.
Φερόμαστε όπως στην τρίτη και τέταρτη κατηγορία.
Κάποιες ενθουσιάζονται πολύ και κάνουν φασαρία.
Φερόμαστε σαν την πέμπτη. Ανήκουν στη θεωρία.
Τέλος όμως υπάρχουν κάποια σιωπηλά θηρία.
Οι αληθινές επαναστάτριες που ξέρουνε τι κάνουν.
Δίχως τούτες οι αποστολές μας πάντα αποτυγχάνουν.
Να θυμάσαι, η κοινωνία θέλει της μάζας την ευτυχία
για να της προσφέρει σ' αντάλλαγμα την εργασία.
Γι' αυτό το λόγο δημιουργεί κατά καιρούς επαναστάσεις
με μόνο σκοπό την πρόκληση ψευδαισθήσεων δράσης.
Το άλφα τυραννικό καθεστώς αντικαθίσταται
από κάποιο άλλο που μόνο στ' όνομα αλλαγή υφίσταται.
Στην κορυφή της πυραμίδας η εξουσία είναι πάντα ίδια
και μόνος σκοπός σου είναι να την κάνεις αποκαΐδια.
Συμμάχησε με παράνομους, μαφιόζους και ληστές,
μ' όσους δεν έχουν με το κράτος παρτίδες ανοιχτές.
Ανήκουνε στη μάζα, αλλά έχουν οπλισμό.
Χρησιμοποίησέ τους για να καταστρέψεις τον πολιτισμό.
Θυμήσου, Επαναστάτη, δεν έχεις ηθική.
Ό,τι σου 'μεινε στη γη, μια αποστολή μοναδική:
Να κάνεις τους ανθρώπους μία δύναμη ασταμάτητη
και καταστροφική.
Να κάνεις τους ανθρώπους μία δύναμη ασταμάτητη
και καταστροφική.



07.1883 - Λάβα.


Εμφανίζομαι μέσα στη σκόνη γιατί είναι η μόνη που μου έχει μείνει. Η ιδιοκτησία ήταν κλοπή, μα όλοι οι κλέφτες καίγονται σ' ένα καμίνι. Ο κόσμος υποφέρει από τη φασιστική επιβολή των αναρχικών ιδεών μας. Αν ήμασταν όλοι αδέλφια, θα 'μασταν Αδόλφοι κι αυτός θα 'ταν ο Αγών μας. Οι πόλεις που καίγονται γίνονται τα καλύτερα σπίτια για τις στάχτες μας και τα σύνορα που κάποτε βάζαμε τώρα μοιάζουνε με τους φράχτες μας. Χαμένοι σε κείμενα ερωτηματικών και θαυμαστικών επαναφέρουμε συνεχώς εικόνες εμπειριών τραυματικών. 'Ησουν δάσκαλος και μόλις το άκουσες να παρατήσεις τα έδρανα βιάστηκες. Ήσουν στρατιώτης που υπρετούσε σφυροδρέπανα και σβάστικες. Μπροστά στη λάβα υφίσταται ταξικός εναγκαλισμός. Από τα δείγματα αγάπης αυτά όμως είναι προτιμότερος ο στραγγαλισμός. Το μέλλον είναι ψηφιακό ή έστω ψηφιοποιημένο. Παρόλα αυτά το μέλλον δεν είναι κάτι το εγγυημένο. Ο ήλιος και το φεγγάρι κάνουν το μυαλό μου να μην είναι ποτέ του προσγειωμένο. Κάθε φορά που κοιτώ το σώμα μου μου φαίνεται αισθητά μειωμένο. Κάθε στάλα βροχής κάνει το δέρμα μου πιο σκληρό κι αυτό με διαχωρίζει από τους ανθρώπους περισσότερο με τον καιρό. Τα μάτια μου δυσκολεύονται να εστιάσουν σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι συγκεκριμένα, ενώ ταυτόχρονα τα βαριά μου βλέφαρα τα θέλουνε πάντα κρυμμένα. Ηρεμώ με τις μελωδίες που διακρίνω στις κόρνες των αυτοκινήτων και με τρέφουν με ηδονή οι πόρνες των αποβλήτων. Ζούμε σε ωραίους καιρούς που δε φοβόμαστε να ονειρευόμαστε. Απόδειξη είναι ότι δεν κρυβόμαστε όταν κοιμόμαστε. Οι δρόμοι γίναν τα σπίτια μας και σαλόνια μας τα ερείπια. Τα παιδιά μας είναι στους τάφους και τα χρόνια μας σε θερμοκήπια. Δε θα σε ξεχάσω. Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνες τις μέρες.



08.1939 - Ξαγρυπνώντας τον Φίννεγκαν.
[Στίχοι: Γιώργος Κοροπούλης, από τη συλλογή Gray Scale (2009-2012), εκδόσεις Ars Nocturna, 2012]


Ο Τιμ Φίννεγκαν, γείτονας, ήταν καλός·
Ιρλανδός από κούνια, λοξός από σόι·
κι ήταν άγαρμπος τόσο και τόσο γλυκός·
πηλοφόρι κουβάλαγε να ‘χει να τρώει,
μα να φάει ξεχνούσε γουλιά τη γουλιά·
τι να κάνει; έτσι πλάστηκε κι όλο διψούσε·
και νωρίς το πρωί, πριν να πιάσει δουλειά,
για ν’ αντέξει ο φτωχός, λίγο ουίσκι τραβούσε.


Κι εσύ χτύπα τα πόδια σου χόρεψε πιες,
στον τρελό μας ρυθμό να τραντάζεται η σάλα.
Ξαγρυπνώντας τον Φίννεγκαν θα 'χεις να λες
ότι έγιναν, φίλε μου, γλέντια μεγάλα!


Μιαν ημέρα που ο Τιμ παραπάνω είχε πιει,
κι η ψηλή σκαλωσιά σαν λοξή του φαινόταν,
πέφτει, σπάει το σβέρκο· ξεψύχησε εκεί·
και στο σπίτι τον πάμε και κόσμος ερχόταν.
Τον τυλίξαν σ’ ωραίο σεντόνι λευκό,
το κρεβάτι όπως έπρεπε είχαν σενιάρει:
μια μπουκάλα στα πόδια του, ουίσκι παλιό,
και βαρέλι με μπύρα απαλό μαξιλάρι.


Κι εσύ χτύπα τα πόδια σου χόρεψε πιες,
στον τρελό μας ρυθμό να τραντάζεται η σάλα.
Ξαγρυπνώντας τον Φίννεγκαν θα 'χεις να λες
ότι έγιναν, φίλε μου, γλέντια μεγάλα!


Και τον Τιμ τον ξαγρύπνησαν φίλοι πολλοί,
κι είπε η χήρα τού Φίννεγκαν: “Φάτε και πιείτε”
πρώτα κέικ και τσάι η μέρα απαιτεί,
μετά πίπα, ταμπάκο –κι ουίσκι, εννοείται.
Και η Μπίντι Ο’ Μπράιεν πρώτη θρηνεί:
“Όποιος τέτοιον νεκρό δεν τον είδε, αυτός χάνει,
τέτοιο λείψανο ωραίο… Αχ, Τιμ μου, γιατί;”
Κι είπε η Πάντι Μακ Γκι: “Μας ξεκούφανες φτάνει!”.


Κι εσύ χτύπα τα πόδια σου χόρεψε πιες,
στον τρελό μας ρυθμό να τραντάζεται η σάλα.
Ξαγρυπνώντας τον Φίννεγκαν θα 'χεις να λες
ότι έγιναν, φίλε μου, γλέντια μεγάλα!


Το φαρμάκι η Μάγκι Ο’ Κόννορ πετά:
“Γιατί δέρνεσαι Μπίντι; Μπας κι ήσουν η μόνη;”
Στο σταυρό τής βαράει η Μπίντι γροθιά
και στο πάτωμα τέζα η Μάγκι ξαπλώνει.
Και ξεσπάει εμφύλια μάχη σκληρή:
άντρες μ’ άντρες κλωτσιές και μπουνιές ανταλλάσσουν
κι οι γυναίκες πιασμένες μαλλί με μαλλί
βρίζουν, φτύνουν και σπάνε χωρίς να διστάσουν.


Κι εσύ χτύπα τα πόδια σου χόρεψε πιες,
στον τρελό μας ρυθμό να τραντάζεται η σάλα.
Ξαγρυπνώντας τον Φίννεγκαν θα 'χεις να λες
ότι έγιναν, φίλε μου, γλέντια μεγάλα!
Παρά τρίχα ο Μίκι Μαχόνι βουτά
κι η μποτίλια το ουίσκι από πάνω περνάει,
προς το ήσυχο λείψανο τώρα πετά
και στου Τιμ το κεφάλι πηγαίνει και σπάει.
Κι εκ νεκρών ανασταίνεται ο Τιμ μονομιάς!
“Το καλό μου, πανάθεμα, πίνετε ουίσκι;
Και για μένα ούτε στάλα; Άντε, εβίβα σ’ εμάς
και στο Χάρο που τόπο εδώ μέσα δεν βρίσκει!”


Κι εσύ χτύπα τα πόδια σου χόρεψε πιες,
στον τρελό μας ρυθμό να τραντάζεται η σάλα.
Ξαγρυπνώντας τον Φίννεγκαν θα 'χεις να λες
ότι έγιναν, φίλε μου, γλέντια μεγάλα!



09.2013 - Γιώργος.
[Μετάφραση του "George" του Noah23]


Ο Γιώργος, ένα παιδί στην τρίτη δημοτικού.
Τ' άλλα παιδιά θιασώτες της έννοιας του κανονικού.
Δεχόταν τα χλευαστικά σχόλια των συμμαθητών του
εξαιτίας του ασυνήθιστου σχήματος των αυτιών του.
Επειδή ήταν μυτερά σαν αυτά των ξωτικών
έτρωγε πέτρες και βρισιές από πέντε χρονών.
Φιλίες ποτέ δεν έπιασε λόγω της εμφάνισής του
κι εκτός αυτού έτρωγε ξύλο κι απ' τους αλκοολικούς γονείς του.
Που πίστευαν πως μια τέτοια μορφή ασθένειας
ήταν κατάρα απ' το θεό για τ' όνομά της οικογένειας.
Τερατογένεση, ντροπή, και πού λεφτά για πλαστικές.
Η αγάπη των γονιών του ήταν βρισίδι και φωνές.
Ο Γιώργος μ' ένα καπέλο κάλυπτε τον πόνο.
Με κουκούλες και μεγάλα ακουστικά τριγυρνούσε μόνο.
Αγνός, ευγενικός, και πάντα χαμογελαστός,
τον κυνηγούσαν, τον έδερναν γιατί ήταν διαφορετικός.
Μια μέρα αποφάσισε να μην πάει σχολείο.
Τότε ανακάλυψε πως τ' αυτιά του ήταν εργαλείο.
Άκουγε πράγματα σε τεράστια εμβέλεια με λεπτομέρεια.
Σαν ακτίνες Χ σε ακουστική περιφέρεια.
Με τον καιρό εξασκούσε το χάρισμα της ακοής του
με πειθαρχία στις πολλές ώρες της σιωπής του.
Η κακία των γύρω ανθρώπων ήταν η καθημερινότητα
μα δεν τον έπαιρνε από κάτω για τη δική τους αρνητικότητα.
Κι όταν κόντευε να φτάσει στην ψυχική ρωγμή,
μια μέρα όλα άλλαξαν μέσα σε μια στιγμή.
Ο Γιώργος οραματίστηκε διαστημόπλοια που πλησίαζαν.
Το ήξερε, τα άκουγε, οι αισθήσεις του αφηνίαζαν.
Προειδοποίησε για την επερχόμενη καταστροφή τους άλλους
μα εκείνοι απαντούσαν με χλευασμούς μεγάλους.
Μα εν τέλει απ' το διάστημα αντλούσε την καταγωγή του
κι έφυγε με τους εξωγήινους αφού ανατίναξαν την άλλοτε γη του.



10.2011 - The Angel’s Gun.


Μηχανή αναζήτησης πυρήνων συνείδησης.
Μύθευμα επιφοίτησης αθεϊστικής κατήχησης.
Διαγαλαξιακή εμπειρία καταβύθισης.
Αντιαξιακή ευκαιρία αμφισβήτησης.
Απόδραση, απόβαση στο λιμάνι της αλλαγής.
Απόφαση: το έτερον ήμισυ της επιλογής.
Απομίμηση δυσφήμισης κάθε είδηση οργής.
Είθισται σαν καταστρέφεις να δημιουργείς.
Οι σχέσεις μας σταθερές κι οι δεσμοί μας αμοιβαίοι
σαν αυτούς της Αμερικής με τον Timothy McVeigh.
Κάποιοι χάνουν τις ζωές τους, είν’ η φύση της φύσης.
Άμα δεν την ξεφτιλίσεις θα σ’ αφήσει να σβήσεις.



11.1930 - ΤΤΤ: Τρανσυμβεβηκός Τραβέλη Τουέρωταγκ.


Ε, με τόσα που δεν έχεις πάρει τι περίμενες να γράψεις;
Εμετός χρωματιστός. Τα κίτρινα νύχια σου να βάψεις.
Ψυχολογία του συλλέκτη. Αστυκωμικός με πολιτικά.
Συλλέγω πληροφορίες, εντελώς πληροφοριακά.
Δε σπούδασα στο TAFTS. Φέρνω Paradigm Shifts.
Οι φίλοι μου επικοινωνούν με πολύχρωμα GIF's.
Πηγαίνω σε μουσεία και κλέβω από τα giftshop.
Πολεμώ την απουσία μάταια κάνοντας hiphop.
Η ακαδημαϊκή αργκώ των ακασικών προγόνων μου
ή τα beats είναι που ενοχλούν τα ώτα των γειτόνων μου;
Τιτάνια αναμέτρηση. Σωματίδιο με σωματίδιο.
Σκαλοπάτια διασταύρωσης. Υβρίδιο με υβρίδιο.
Το δις εξαπατείν. Τι να κλάσει ο Μιχάλης Ρέππας;
Οι σκέψεις μου ξεδιπλώνονται στο χαρτί σα φύλλο κρέπας.
Η προσπελάσιμη βαρύτητα των λόγων μου. Αχόρταγος.
Το ευπρόσιτο της υπεραξίας του φαίνεσθαι. Affordables.
Η πανάλαφρη εφεξιμότητα του έχειν της επανάστασης.
Οι αφίσες φυσικά δείγματα αστικής βλάστησης.
Αφισοκόλληση και δενδροφύτευση. Εμπρησμός και σεβασμός.
Κι ένας τύπος με ρωτάει αν γίνεται τέχνη ο βιασμός.
Η προστασία των αδυνάτων είναι δουλειά των υπερηρώων
που αντιλαμβάνονται τον κόσμο με τη λογική των ζώων.
Dumpster diving αυτοψυχανάλυσης. Παιδικά χρόνια μου πένθιμα.
Εκπαιδεύοντας τα μάτια μου να σε σκανάρουν για συναίσθημα.
Έχω μια φίλη που το πέος της μοιάζει με δίκανο.
Αυνανίζεται σκεπτόμενη το μόριό της ανίκανο.



12.2004 - Και Post του.


και δώσ’ του,
η μνήμη ενός ανθρώπου είναι τα social media post του,
η εύρεση αυτοσκοπού μόνιμος αυτοσκοπός του,
δημιουργός και δημιούργημα σε εναλλαγή πόστου,
είναι πανταχού παρόν μ’ απολεσθέν το αίσθημα νόστου,
ξέρει πια τα πάντα, συν τη φύση του αγνώστου,
η εξυγίανσή του ένα status update αρρώστου,
η λέξη “γήρανση” αμελητέο συμβεβηκός του,
και δώσ’ του,
η μνήμη ενός ανθρώπου είναι τα social media post του,
η εύρεση αυτοσκοπού μόνιμος αυτοσκοπός του,
παράσιτο και ξενιστής σε εναλλαγή πόστου,
είναι πανταχού παρόν μ’ απολεσθέν το αίσθημα νόστου,
ξέρει πια τα πάντα, συν τη φύση του αγνώστου,
η εξυγίανσή του ένα status update αρρώστου,
η λέξη “γήρανση” αμελητέο συμβεβηκός του,
και δώσ’ του,
η μνήμη ενός ανθρώπου είναι τα social media post του,
η εύρεση αυτοσκοπού μόνιμος αυτοσκοπός του,
κύριος και δούλος σε εναλλαγή πόστου,
είναι πανταχού παρόν μ’ απολεσθέν το αίσθημα νόστου,
ξέρει πια τα πάντα, συν τη φύση του αγνώστου,
η εξυγίανσή του ένα status update αρρώστου,
η λέξη “γήρανση” αμελητέο συμβεβηκός του,
και δώσ’ του,
η μνήμη ενός ανθρώπου είναι τα social media post του,
η εύρεση αυτοσκοπού μόνιμος αυτοσκοπός του,
θέαμα και θεατής σε εναλλαγή πόστου,
είναι πανταχού παρόν μ’ απολεσθέν το αίσθημα νόστου,
ξέρει πια τα πάντα, συν τη φύση του αγνώστου,
η εξυγίανσή του ένα status update αρρώστου,
η λέξη “γήρανση” αμελητέο συμβεβηκός του,
και δώσ’ του,
και δώσ’ του,
δύο μετα-ιστορικές αντιφατικές ψευδαισθήσεις που πρέπει να ξεσυνηθίσεις:
ότι είσαι πάντοτε ορατός και διαπερατός από τους πάντες, ένα φίδι που σε πνίγει,
αλλά και ότι κανείς δε σε βλέπει και μπορείς να κάνεις ό,τι θες, το δαχτυλίδι του Γύγη.
Άλλο πράγμα η ανωνυμία κι άλλο πράγμα η ιδιωτικότητα.
Αν φοβάσαι την αστυνομία, αποδέξου την πραγματικότητα.



13.1971 - RAPRIP: Rationalism and Pragmaticism Rest in Peace.


Το ορχηστρικό ραπ είναι ιδανική μουσική για κακογυρισμένη τσόντα.
Το ίδιο το ραπ είναι μια ποιητική τεχνική για εξευγενισμένη σπόντα.
Γνωστός ράπερ παίζει σε τσόντες μα και στη φαντασμαγορική και πολυβραβευμένη ταινία Ανακόντα.
Οι πρώτοι ράπερς σε λίγο θα πατήσουν τη γεροντική περασμένη ηλικία των ογδόντα.
Ράπερς του ‘90, τσαντισμένοι, το παίζουν οξυδερκή όντα.
Ιστορίες ενός ράπερ πιο αναξιόπιστες κι απ’ την αφηγηματική και διασκευασμένη ιστορία του Ηροδότου και του Ξενοφώντα.
Αυτοαναφορικοί και καναπεδοφραπεδοχτυπημένοι άχρηστοι κράζουν αντίστοιχους άχρηστους επειδή τους λείπουν εξίσου άχρηστα προσόντα.
Χιπ-χοπ CD μ’ ένα ευρώ, κορεσμένη βιομηχανική γραμμή για άχρηστα παραπροϊόντα.
Συλλεκτικός δίσκος γνωστού υπερεκτιμημένου ραπ γκρουπ ίσως εκτιμηθεί σε πλειστηριασμό περισσότερο κι απ’ την ήδη υπερεκτιμημένη μειδιαστική Τζοκόντα.
Συμβιβαστικοί άνθρωποι εξεγείρονται και κακιασμένοι ράπερς ενώνονται μόνο στο όνομα ενός ράπερ θανόντα. Επικερδής επιχείρηση Killah-P, κι ο J Dilla τι να πει;
Συνυπάρχουμε με ανθρώπους όπως o Puff Diddy, είναι σαν μια εξειδικευμένη κβαντική υποθεωρία για ταυτόχρονα παρόντα,
ενώ παράλληλα είναι διαπιστευμένη η δυνατότητα πως μπορεί να δοθεί η ιδιότητα του ράπερ στον πρώτο τυχόντα.
Ορθολογικοί πραγματιστές βρυκόλακες, η τελευταία δοξασμένη φυλή στην οποία μπορεί κανείς να αναζητήσει τον τελευταίο επιζώντα με φωνή βοώντα στην άβυσσο.



14.1959 - Σίβυλλα-Συλλαβή-C’est la vie 1: Μιλόνγκα.


Είμαστε η εξαιρετική εξαίρεση που γνωρίζει τι είναι, αλλά δεν έχει κάνει ποτέ ραδιοφωνική αφιέρωση. Μας τυλίγει σιωπηλά η δεκαπεντασύλλαβη Σίβυλλα με τα μυστηριώδη της κι αμφίβολα σύμβολα. Είμαστε εμφυτευμένες κακές παιδικές αναμνήσεις στο μυαλού του τρελού επιστήμονα. Σκοπός της ζωής μας οι στοχευμένες κινήσεις μας να μας οδηγούν πάντα κάπου αλλού επίμονα. Το μέλλον μας είναι ανύπαρκτο, μια εντύπωση σφαλερή. Όπως και η ψευδαίσθηση πως θα αποθηκεύσουμε τα κερασάκια της τούρτας των πράξεών μας στην όποια γκαλερί. Ακόμα βγαίνουμε σε ροκ μπαρ κι ας μας βγαίνουν ακριβά τα μπαρ, κι ας μας τη βγαίνουν πολλοί στα μπαρ. Μάλλον ζούμε ακόμα στο μπαρόκ. Μπορεί να ακούμε φολκλορικό ραπ και ποστ-ροκ, μα δεν είμαστε καν ποστ-μετα-μοντέρνοι, πηγαίνουμε ακόμα τα σαββατοκύριακα για μπάρμπεκιου, διαβάζουμε μπλογκ και πρόχειρες προκηρύξεις χειρότερης ποιότητας κι απ’ τα χειρότερα άρλεκιν κι αγοράζουμε στα παιδιά μας τη Μπάρμπι στο Ναυτικό. Θα ανταλλάσσαμε οποιαδήποτε καθεστηκυία τάξη για ένα καθησυχαστικό καθιστικό με φιστίκια, μεθυστικό ουίσκι κι έναν καναπέ αναπαυτικό. Παραμένουμε αποτυχημένοι αυτόχειρες, που σαν μπόμπιρες επιχειρούν συγγραφικές απόπειρες παρέα με τρισμέγιστες Ερμής περιπτερόμπυρες. Είμαστε ακόμα ράπερς που εμμέσως εμέσσουν. Σοπράνο κοπράνων. Η ύπαρξή μας θα ήταν ανυπόφορη δίχως τη χρήση μεμβρανών και τυράννων  Αφού σπάσαμε τον καθρέφτη της αλήθειας με την ολοένα και αυξανόμενή μας μυτόγκα, ώρα να χορέψουμε με το θάνατο ως είδος την τελευταία μας μιλόνγκα. Κλέφτες, σεβαστείτε εμάς τα βαμπίρ που δεν ξέρουμε να γκαρίζουμε και να σφυρίζουμε - βρίσκουμε χρόνο για εποικοδομητική σκέψη όταν σφουγγαρίζουμε Και λίγο πριν τον ύπνο κλείνουμε το φως στο φέρετρο κι αντιλαμβανόμαστε πως από τα πολλά χημικά πλέον φωσφορίζουμε.



15.1984 - Οι Τέσσερις Εποχές.
[Μετάφραση/διασκευή του “The Four Seasons/Danse du Printemps” του Brian Pearson].


Άνεμοι φυσούν στα δάση την Άνοιξη,
ρίζες ξεδιψούν από τη Γη που ξυπνά,
φύλλα λάμπουν κάτω απ’ τις ηλιαχτίδες,
χορεύουν για το χρόνο που ξεκινά.
Ο χορός κρατάει, δεν τελειώνει ποτέ,
μια φιλία αρχίζει κι ο τροχός γυρνά,
ο Χρόνος κυκλικός, μα ο κόσμος την Άνοιξη
δε νοιάζεται για του Χειμώνα τα δεινά.


Φύλλα που μακραίνουν μες στο Καλοκαίρι
αποκτώντας χρώματα κορεσμένων τόνων,
γέρικα δέντρα μες στη θερινή τους νάρκη
τραγουδούν ιστορίες περασμένων χρόνων.
Ο χορός κρατάει, δεν τελειώνει ποτέ,
Όρκος φιλίας δένεται με σταυροβελονιά,
ο Χρόνος κυκλικός, μα ο κόσμος του Θέρους
στη λησμονιά θάβει την παγωνιά.


Φουντουκιές, βελανιδιές και κυπαρίσσια
αγέρωχα στέκουν καθώς η μέρα μικραίνει,
μεγάλα σα σημαίες φθινοπωρινά φύλλα
κόκκινα κάτω απ’ το φως του ηλίου που πεθαίνει.
Ο χορός κρατάει, δεν τελειώνει ποτέ,
η φιλία σε συμφέρον μεταφράζεται,
ο Χρόνος κυκλικός, μα ο κόσμος το Φθινόπωρο
για την απονιά του Χειμώνα προετοιμάζεται.


Του Χειμώνα η δαγκωνιά ρίχνει τα φύλλα,
αγκάθια είναι τ’ άνθη του παγωμένου βασιλείου,
στη σκοτεινιά της μέρας ταπεινά πουρνάρια
κρατάν ζωντανή τη μνήμη του ηλίου.
Ο χορός κρατάει, δεν τελειώνει ποτέ
κι η φιλία ας παγώνει μες στη βαρυχειμωνιά,
ο Χρόνος κυκλικός και ο κόσμος ανυπόμονος
την Άνοιξη περιμένει και τη νέα Χρονιά.



16.1985 - Το Συνθεσάιζερ.



17.1807 - Σίβυλλα-Συλλαβή-C’est la vie 2: QR.


Καμιά φορά ακούω ψαγμένο ραπ προκειμένου να πλύνω τα πιάτα και καμιά φορά ανυπομονώ να πλύνω τα πιάτα για ν' ακούσω ψαγμένο ραπ. Άυπνος μέρες, αστοχώ στην προσπάθειά μου να φάω τηγανιτές πατάτες με πλαστικά πηρουνάκια. Διαλογίζομαι εστιάζοντας σ' έναν κωδικό QR ώσπου αναγνωρίζω οικείες μορφές ανάμεσα στα τετραγωνάκια. Πήρα το πιο ακριβό πτυελοδοχείο από το πιο φτηνό υαλοπωλείο για να φτύσω την πιο παλαβή συλλαβή, c'est la vie, για να φτάσω ευλαβής μπροστά στη Σίβυλλα, υιοθετημένα σύμβολα, πάντα αμφίβολα. Έμπολα δεν κολλά ο πάντα εμβόλιμος εμπόλεμος. Έμπολα κολλά όποιος δεν έχει σκοτώσει τις ενδόμυχες αλογόμυγες. Δύο σε ένα αντικαταθλιπτικό και αντισυλληπτικό χάπι σε αντικολλητικό ταψί. Μην ξεχνάς, μετά το καταπληκτικό αυτό φαΐ το αντισηπτικό οξύ. Ηγεμονικό ίζημα. Περιοδικό πήδημα.   Ένα δαιμονικό κορίτσι πνευματικώς εμμονικό γέννησε δίδυμα με πνευμονικό οίδημα. Είμαστε δυο, είμαστε τρεις κι ο κούκος κι ένας μπεκρής μπουλούκος τραμπούκος που ψωνίζει από τα Cook Shop για να ταΐσει το gangsta crew του. Ως εξ επί τούτου, πρόσεξε το εκρηκτικό κουκούτσι αυτού του φρούτου. Του ασυνειδήτου. Κάθε στιγμή που τις παράνοιές μου εκλογίκευα εν όψει εκλογών, συνειδητοποιούσα πόσα τζάμπα απωθημένα αποθήκευα στο όνομα ταχυδακτυλουργικών λαγών, που αντί να βγαίνουν από καπέλα ή από κόλπους εισβάλλουν σε κάλπες. Καιρός για αφαίρεση των σκαλπ με υπερδιέγερση βίτσιων. Pulp Fiction. Είναι η εκδίκηση της παλιάς καλής Νεμέσεως, η εκδίκαση μιας εξ αρχής στρεβλής υποθέσεως. Οργισμένοι αχνίζοντες λογοτεχνίζοντες σαν αράχνες απλώνουν τους ιστούς τους στους τέσσερις ορίζοντες: τέχνη, πολιτική, φιλοσοφία και επιστήμη. Αγχολυτική φιλοδοξία και φήμη. Δεν είμαι τα πάντα, δεν είμαι παντού. Είμαι ένα πάντα, ξέρω kung-fu, έχω τροφή μου το μπαμπού, διαγραφή από το κόμμα, διαγραφή απ' το φουμπού, η Sade απορεί ποιο είναι το πιο γλυκό σας ταμπού. Αιτήματα φιλίας που εκκρεμούν και εφορμούν σαν την Black Moon Clan από τη Sailor Moon. Απαντώ με το πρώτο ραπ που χρησιμοποιεί προφορικά chat stickers επειδή βαριέμαι να ραπάρω και προτιμώ να τρώω Snickers. Εκμοντερνίζομαι βαπτιζόμενος στην διάβρωση. Περνάω τη διάβαση. Ενστερνίζομαι την αυτοδιαχειριζόμενη αμαύρωση. Κερνάω παράβαση. Η ψυχή μου μοιάζει με πρίγκιπα, η μορφή μου μοιάζει με φρύνο. Το κάθισμά μου μοιάζει με θρόνο, κάθε λέξη μου μοιάζει με θρήνο. Κάθε βήμα μου με καθιστά νευρικό διαβάτη. Κάθε βήμα μου με φέρνει πιο κοντά στο νεκρικό κρεβάτι.


Χρονοτριβώ ακριβολογώντας ή ακριβολογώ χρονοτριβώντας; Μετρώ χιονονιφάδες και συννυφάδες που μ' επισκέπτονται με γλυκά γιατί το μονάστερο ξενοδοχειακό μου δωμάτιο στο νοσοκομείο δε βλέπει ουρανό. Έγινα Έγελος-Περίγελος. Με συνοδεία ενός πνιγηρού βουητού ενός ευρύχωρου παρήγορου περίγυρου. Καραμελωμένες κρεμάλες. Μαλωμένες μασχάλες. Μυαλωμένες κραιπάλες. Είμαι δεκαέξι στα εικοσιοχτώ και είμαι εντάξει, έχω σαρανταέξι πυρετό και αρέσκομαι στην ιδέα πως ακόμα τον εαυτό μου εξυπηρετώ.  Τα περιττώματα εξαιρούνται. Τα αληθινά πτώματα δεν αποσυντίθενται, διατηρούνται. Και πού και πού τους πιάνουν σπαστικά γέλια και μοιάζουν με κουρδιστά πλαστικά κουνέλια που κυνηγάν ηλεκτρικά χέλια που έχουν τη ουρά στα σκέλια. Γίνομαι Σκρουτζ Μακ Ντακ μες στη μιζέρια μου. Αντλώ τεράστια ικανοποίηση κάνοντας κρακ με τα χέρια μου. Έχω μανία ιδιοκτησίας μα και ιδιοκτησία της μανίας μου. Διατηρώ το προσωπικό μου κώνειο και το μυστικό της θεραπείας μου. Άνθρωποι που σου λεν πως είσαι γόης σε περικλείουν κάνοντάς σου ερωτήσεις multiple choice, όπου όλες οι απαντήσεις ισχύουν. Η κορφή κατακτάται ακριβώς μέσω της μαντικής σου ικανότητας που επηρεάζει το παρατηρούμενο. Η κρυφή γοητεία της κβαντικής αντιφατικότητας που καυτηριάζει τα όρια ανάμεσα σε υποκείμενο, αντικείμενο και κατηγορούμενο.



18.2013 - Maybe We.



19.1890 - Σάκραμ.


Έξι μήνες στην Κοπεγχάγη. Το βράδυ είναι για να ξυπνάς.
Νέα τηλέφωνα στο κινητό μου. Χ-Ψ, ψυχή. Άξονας.
Μέθοδοι στατιστικής. Τις μαθαίνεις. Τις ξεχνάς.
Τις δοκιμάζεις και δεν πιάνουν. Όταν πεθαίνεις δεν πονάς.
Υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος. Υποθέσεις κι αναμνήσεις.
Υποσχέσεις ν’ αθετήσεις. Επιθέσεις ν’ αποκρούσεις.
Αντιθέσεις ν’ αγαπήσεις. Συμβουλές για να ακούσεις.
Ένστικτο. Άνεμος. Πόλη. Δάσος. Ένστικτο. Άνεμος. Πόλη. Δάσος.
Χιονοπόλεμος. Καιρός ειρήνης. Τα πάντα ήρεμα. Τ’ αμφισβητώ.
Σαν ποτάμι σιγανό, αγαπώ το θήραμα. Τροφή ζητώ.
Πινόκιο και Σιρανό. Σπαν το τσόφλι του αυγού.
Άνεμος είναι τ’ όνομα του πιο πιστού μου οδηγού.
Το κασέρι είν’ η παγίδα στη ληστεία του ποντικού.
Δε θα βρεις στην καταιγίδα την αιτία του πανικού.
Ένα νεογέννητο δεν προτιμά τα διαμάντια απ’ τη χαρά.
Έχω φίλους που ζούνε έτσι κι έχουν μάτια σταθερά.
Αν μπορούσα να δω τα πάντα θα ‘θελα να το ‘κανα σαν μωρό
κι ύστερα να τα ζωγράφιζα όπως ο Χοάν Μιρό.
Χάρτης ενός θησαυρού παλιών λαϊκών παροιμιών,
αίτιο κι αποτέλεσμα μερικών καλών γνωριμιών.
Σκύλος που κυνηγά την ουρά του είναι κάθε μεγάλο πάθος.
Το αναγνωρίζω κι εγώ σε μένα. Mea culpa. Κι άλλο λάθος.
Ένστικτο. Άνεμος. Πόλη. Δάσος. Ένστικτο. Άνεμος. Πόλη. Δάσος.
Ένστικτο. Άνεμος. Πόλη. Δάσος. Ίσως. Ίσως. Ίσως.


Καθετί βέβαιο είναι βίαιο. Παραπατώ πάνω στη σκιά μου.
Φέρνω νερό απ’ το πηγάδι. Να εξατμιστώ, ήρθε η σειρά μου.
Δεν έχουν μείνει πολλά να κάνεις, ούτε να μάθεις, τι να διδάξεις;
Αν θυμηθείς να περπατήσεις, θα ξεχάσεις πώς να πετάξεις.
Πόλεμος θεωρίας-πράξης. Βρες τ’ όχημα και κύλα το.
Φιλόσοφος. Ράπερ. Φωτογράφος. Δεν ξέρει ποδήλατο.
Μ’ αρέσει η αγνότητα γιατί έχω μέσα μου στοιχεία φθόνου, ζήλιας και δόλου.
Γίνομαι λυκάνθρωπος στο λυκόφως κάθε ειδώλου.
Ράγκναροκ κι Αρμαγεδδών. Κάνω ωτοστόπ σε U.F.O.
Τεχνολογία. Λογοτεχνία. Σώμα ανθρώπου. Κεφάλι ζώου.
Ένστικτο. Άνεμος. Πόλη. Δάσος. Η αρρώστια μου στην υγειά σου!
Βάζω μαγιό και κολυμπάω στην πισίνα της μαγιάς σου.
Απ’ το πηγάδι μου στην πισίνα σου κι είναι ωραία παρενδυσία.
Λαρς φον Τρίερ εναντίον Κούντερα σε μια μοιραία ασυδοσία.
Τι νόημα να βρεις στην τέχνη; Τι είναι κιτς και τι γκροτέσκο;
Ο Μπέκετ ραπάρει ακατάπαυστα πάνω σε beats του Ιονέσκο.
Αντίβαρο. Αντίδωρο. Δώρο άδωρο. Σίδερο. Σήμερα. Ήμερη χίμαιρα.
Η θρησκεία κι η εξουσία κι άλλα παλιά καλά οξύμωρα.
Ο Ζήνων πετά σάκραμ στον Ηράκλειτο. Πολεμώ για το δικαίωμα του να μην πολεμώ.
Από πού είμαι, πού είμαι και πού πάω; Τριπλό ερώτημα. Θα μου κάτσει στο λαιμό.
Αλλάζω γνώμη. Φτύνω ό,τι μάσησα. Συγγνώμη που σ’ άφησα, θα επανορθώσω.
Σου χαρίζω όλο το χώμα που ψηλάφησα κι άλλο τόσο.
Ένστικτο. Άνεμος. Πόλη. Δάσος. Ένστικτο. Άνεμος. Πόλη. Δάσος.
Ένστικτο. Άνεμος. Πόλη. Δάσος. Ίσως. Ίσως. Ίσως.



20.2017 - Σκότο.


Αισθάνομαι μόνο χρώματα κι αρώματα, όχι μπροστά και πίσω
ακολουθώντας το κόκκινο στον αέρα για να την εντοπίσω.
Ξανάφτασα στο σπίτι της, παρατηρώ προς έκπληξή μου
πολλές γωνίες αφιερωμένες στην ανάμνησή μου.
Από φωτογραφίες κι αντικείμενα το δωμάτιο βρίθει
αντικαθιστώντας ένα παρελθόν θαμμένο στη λήθη.
Η καταιγίδα κόπασε και δεν είναι παγίδα.
Μου είπε “τώρα σώπασε” και μου έδειξε τη σφραγίδα.
Ψιθύρισε στην αγκαλιά μου “το είχα καταλάβει”.
Πάω να μιλήσω, μα η σκέψη μου παύει.
Η σιωπή επιβάλλεται, το μαρτυρούν οι ναοί.
Μου 'πε πως μ' εμπιστεύεται και ότι το εννοεί.
Έτοιμος λόγος κι έντιμος και χέρια τόσο απαλά.
Ένα αψέντι ήταν ο τρόπος της να μου πει χρόνια πολλά.
Πρωθύστερα με προσκάλεσε να κοιμηθώ στο κρεβάτι της.
Ήξερα πως βαδίζαμε σε λιβάδια χώρας απάτητης.


Απεκδυθήκαμε παρελθόντα. Φτιάξαμε νέες ταυτότητες.
Συναντηθήκαμε ως νέα όντα. Αναδιατάξαμε πραγματικότητες.
Δε χρειάστηκαν ύμνοι αράδων εμμέτρων.
Μας νανούρισε λίμνη σε ύψος τεσσάρων χιλιάδων μέτρων.
Γίναμε τραγούδια που μεταξύ τους αμφότερα αφιερώνονταν.
Για κάθε όνειρο που ξεχνούσαμε δυο ομορφότερα εκπληρώνονταν.
Η ζωή μας μοιάζει μ' ένα λωτό που έχει γεύση μπισκότο,
μιλά σαν αίνιγμα άλυτο και παίζει γιαπωνέζικο κότο.
Η απόσταση μεταξύ μας συνθήκη που οριστικά άρθη.
Ο τερατώδης εκείνος χειμώνας ποτέ δε θα ξανάρθει.
Ο κόσμος δε μας κάνει γιατί μας κρίνουν οι απελπισμένοι.
Προτιμούμε να φτιάξουμε μια φωλιά και να μείνουμε σκεπασμένοι.
Με το μαγνητισμό των φιλιών μας απογειώνουμε αεροπλάνα.
Μέσω της επίτευξης αποτεφρώνουμε πλάνα.
Τελετή μας η απληστία. Τεφροδόχος η ασκητεία.
Τελείωσε η νηστεία. Νέος στόχος, η Σκωτία.



21.1962 - Onion Consciousness.



22.1726 - ΜΜΜ: Megatron-Metatron-Monotron.


Πίσω στο παιχνίδι. Άτομο που διασπάται.
Λύκαινα που ουρλιάζει. Λιοντάρι που βρυχάται.
Παλεύω με τα στοιχειά της φύσης, ίσως εναρμονιστώ μ' αυτά.
Ευτυχώς, ανάμεσα σ' άλλα δεν έχω να ταΐσω στόματα.
Ολικός αρνητής τεκνοποίησης εκ πεποιθήσεως,
φωνή της συνειδήσεως, φόνος εκ προθέσεως,
υπέρμαχος εκτρώσεων, κύκλος της γενέσεως,
onesec απαίσιος, Αβδηρίτης και Εφέσιος.
Η ρουτίνα είναι ψευδαισθητική φενάκη,
το πιο μονότονο μπιτ αλλάζει μ' ένα μικρο σφηνάκι.
Για ένα πράγμα αξίζει μόνο να συνοφρυωθώ:
σαν πεθάνω να μη φροντίσουνε να αποτεφρωθώ.


Nightcrawler που ακούει Nat King Cole.
Κρατώ διπλό φωτόσπαθο, όπως ο Darth Maul.
Ερωτευμένος με την κουκουβάγια, Eve the Owl.
Το 'χω ρίξει στη soul, αν κι ακούω ακόμα obsurities.
Βγαίνω ξανά απ' το μπιτ μέσω μιας εισόδου αφρούρητης.
Η αισθητική μου φοράει το παράλογο για γούρι της.
Η ψυχή μου διψά για το κενό, γεμίζω το παγούρι της.
Πήρα το CD των Jolly Roger, τρώω κρόκερ.
Δεν πίνω Johnny Walker. Δεν ξέρω να παίζω πόκερ.
Pam Baker-Joe Cocker, Harley Quinn-Joker,
Αδαμάντιος χαρακτήρας. Wolverine. Logan.
Το μέγεθος μετράει. Του Gulliver το σλόγκαν.


Δε θέλω να σ' αγαπώ μιλώντας μόνο καλοσυνάτα,
θέλω με κάθε πρωινό να σου φτιάχνω και μια σονάτα.
Και σονέτα. Και σοκολάτα.
Περιπέτεια, περιέργεια, δίνουν ζωή στη γάτα
κι ένα κουβάρι για να παίζει στα μεσοδιαστήματα.
Παρέχοντας ασφάλεια στα γατικά ατυχήματα.
Επιβιώνω κι αποφεύγω κάθε κεραμίδι.
Ποιοι είμαστε τελικά; Ερώτηση-κρεμμύδι.
Δεν κάνω τον τρανό. Πού και πού παρανοώ.
Καρναβάλι πατρινό με μάσκες από θέατρο Νο.
Ειλικρίνεια που σκοτώνει το θάνατο της ειλικρίνειας.
Virginia Woolf σε τάμπλετ υψηλής ευκρίνειας.


Τέταρτο κουπλέ, δεν τα μαθαίνω πια απ' έξω.
Μ' ένα λάιβ στα δυο χρόνια, με κάτι άλλο ας παίξω.
Ρίψασπις στα ραπς. Φράγκα από ΕΣΠΑ; Κάντα SP,
chrispy chips, μια Vespa, βινύλια Dizzy Gillespie.
Έσπειρα το σπόρο σαν να μπήκα στον Αιγόκερω
Σαν τον τίγρη-σκαντζόχοιρο ανέμελο μες στο σκατόκαιρο.
Μπουγάτσα με τυρί; Μπα, μπουγάτσα με χλαπάτσα.
Αμέριμνος πηδάω από ταράτσα σε ταράτσα.
Απάνθρωπος Panthro, ευλύγιστος Bruce Lee.
Μπάρες δημητριακών, μέλι και μούσλι,
ολικής αλέσεως corn flakes, cupcakes, milkshakes,
βαρέθηκα τα dubplates, όσο και τα breaks.


Και πέμπτο κουπλέ, ούτε εγώ δεν το περίμενα,
είμαι το αντικείμενο, τα κουπλέ 'ν' τα υποκείμενα.
Με κάνουν ό,τι θέλουν, μ' έχουν για χάρακα και γνώμονα.
Την υπομονή να κατακτήσω περιμένω ανυπόμονα.
Κι αν ποτέ υποπτευόμουνα πως μιλώ διανοουμενίστικα,
θα 'λεγα πως αστειευόμουνα, έχω ραπς θεονήστικα.
Δεν αρκούμαι ν' αποκωδικοποιώ υπονοούμενα
για να κάνω την αναγκαία σύνδεση με τα προηγούμενα.
Τάσσομαι τουλάχιστον ως εκεί που φτάνει η γνώση μου,
υπέρ ενός θανάτου βιώσιμου, ενεργειακά ανανεώσιμου.
Οραματίζομαι την ανάδυση ενός λόγου βρώσιμου,
ραπάροντας πολύ γρήγορα, δάγκωσα τη γλώσσα μου.



23.1100 - In the Name of the Game, the Game is Over.



24.0000 - Δελφίνι. Όλα τελείωσαν. Ο Γάμος της Ζωής και του Θανάτου.


Κρατώ τη ζωή μου όπως κρατώ την αναπνοή μου
κάτω απ’ το νερό για να δω τα θαύματα του βυθού
και κρατώ το θάνατο σαν τις τσίλιες στο κρυφτό
για να ψάξω μετά θάνατον τις κρυψώνες του θεού.


Κρατώ την αναπνοή μου όπως το μικρόφωνο,
όπως ο Διογένης κρατούσε ένα φανό.
Ίσως μοιάζω με το Nietzsche στα γεράματα.
Θα γράφω καρτ-ποστάλ και γράμματα
σε αγνώστους παραλήπτες, θα αρχίσω τα πειράματα
τεστάροντας κατά πόσο ο Χάροντας
υπάγεται στους νόμους της φυσικής.
Στους δρόμους της μουσικής επιπλέω.
Αναπνέω και σε κρατάω, περπατάω πάνω στο Τάο
και βουτάω μέσα στο Χάος.
Ίσως είμαι πιο πράος στα γεράματα.
Να μη με νοιάζουν τα ορθογραφικά παροράματα,
θα γράφω αξιώματα σαν το La Rouchefoucauld
και αρχαιολογίες αναζητήσεων με φακό
ανθρώπων αυθεντικών και ανθρωπάριων που είναι fake.
Ανθρώπινος, πολύ ανθρώπινος, παροιμιώδης
William Blake.


Κρατώ τη ζωή μου όπως κρατώ την αναπνοή μου
κάτω απ’ το νερό για να δω τα θαύματα του βυθού
και κρατώ το θάνατο σαν τις τσίλιες στο κρυφτό
για να ψάξω μετά θάνατον τις κρυψώνες του θεού.


Θα κρατάω τσίλιες για να κάνεις τις ντίλιες,
ν’ ανταλλάξεις τα υπάρχοντά σου με μερικές μπίλιες.
Ίσως γίνεις μετά Beauvoir μέσα σ’ ένα μπουντουάρ
με άπειρους καθρέφτες να φιλοσοφείς την επαναληπτικότητα
σε μια μαγική κυκλική γραμμικότητα.
Πεθαίνεις αναγεννώμενη μέσα από τη δική σου μυθική πραγματικότητα.
Στους δρόμους της μεταφυσικής επιπλέεις.
Μ’ εμπνέεις και με κρατάς.
Περπατάς με κλειστά μάτια χαράζοντας μονοπάτια.
Ίσως έμοιαζες με τη Νάντια του Breton στα νιάτα σου,
Ίσως ήσουνα η έμπνευση πυθαγόρειων ρητών.
Ίσως είσαι η μεσογειακή ανάσα στους κατοίκους κάποιων βόρειων κρατών.
Ίσως είσαι το κρυφτό που θα παίξω με τον κόσμο όταν θα θαφτώ.
Ίσως είσαι όσα η ανθρώπινή μου φύση δε μ’ αφήνει να αντιληφθώ.


Κρατώ τη ζωή μου όπως κρατώ την αναπνοή μου
κάτω απ’ το νερό για να δω τα θαύματα του βυθού
και κρατώ το θάνατο σαν τις τσίλιες στο κρυφτό
για να ψάξω μετά θάνατον τις κρυψώνες του θεού.