Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Ο μυστηριώδης ρόλος των συμπτώσεων στην καθημερινή ζωή ενός βιβλιόφιλου ράπερ.



Ο μυστηριώδης ρόλος των συμπτώσεων στην καθημερινή ζωή ενός βιβλιόφιλου ράπερ.

Η/οι ιστορία/ες που θα ακολουθήσει/ουν αποτελεί/ούν καταγραφή συμπτώσεων και τυχαίων περιστατικών που συνδέονται μέσω των συνειρμών μου και του κέρματος με τις δύο εξίσου βαριές όψεις που ονομάζονται “τύχη” και “ανάγκη”. Τις έγραψα, νομίζω, το Μάιο του 2012.

Κεφάλαιο πρώτο: Το ζωντανό σκάνδαλο του Βοκάκιου.


Τελείωσα πριν δύο χρόνια τη σχολή βιβλιοθηκονομίας στη Θεσσαλονίκη. Μένω στην οδό Ερατύρας 5 στην Καλαμαριά. Οφείλω να αναφέρω επίσης για την ομαλότερη έκβαση της ιστορίας πως εδώ και αρκετά χρόνια ασχολούμαι ενεργά με τη μουσική ραπ κυρίως ως στιχουργός. Τα στοιχεία αυτά θα φανούν χρήσιμα στη συνέχεια.

Πριν περίπου τρία χρόνια δέχτηκα ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα ένα μεσημέρι όπου ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:

-Καλησπέρα σας, είστε ο κ. Γαλανός;
-Μάλιστα, ο ίδιος.
-Και κατοικείτε στην οδό Ερατύρας 5, στην Καλαμαριά, σωστά;
-Μάλιστα.
-Λοιπόν, το όνομά μου είναι Γιάννης Σκάνδαλος, εργάζομαι στο νοσοκομείο Άγιος Παύλος στο Φοίνικα και κατοικώ στην Πολίχνη, στη διεύθυνση Ερατύρας 5, όπως και εσείς, αλλά με διαφορετικό ταχυδρομικό κώδικα. Ένα γράμμα στο όνομά σας κατέφθασε στην οικοδομή μας και ψάξαμε στις πληροφορίες να βρούμε ποιος μπορεί να είναι ο σωστός παραλήπτης και σας βρήκαμε. Το γράμμα αυτό περιέχει μάλλον κάποια κάρτα, πιθανώς πιστωτική, και γι' αυτό θεώρησα σκόπιμο το γεγονός πως έπρεπε να σας βρω για να σας ειδοποιήσω.
-Μα αυτό είναι πάρα πολύ ευγενικό εκ μέρους σας και σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Πώς θα γίνει να συναντηθούμε για να πάρω την κάρτα αυτή; Το νοσοκομείο που δουλεύετε βρίσκεται πολύ κοντά στο σπίτι μου και μάλλον θα μπορούσα να σας επισκεφθώ κάποια μέρα που εφημερεύετε.
-Ναι, μάλλον έτσι θα το κάνουμε. Εγώ εφημερεύω αύριο, οπότε θα έχω και το γράμμα σας μαζί μου, αν θέλετε περάστε κοντά στο μεσημεράκι για να σας το παραδώσω. Είναι βεβαίως σφραγιστό, δεν το άνοιξα, μπορεί άλλωστε να περιέχει κάποια προσωπική σας πληροφορία.
-Ήδη το γεγονός πως ασχοληθήκατε τόσο αποδεικνύει την ευγένεια και σίγουρα και τη διακριτικότητά σας, και πάλι σας ευχαριστώ, θα τα πούμε αύριο, καλό σας απόγευμα.
-Καλό σας απόγευμα, τα λέμε αύριο.

Στη συνέχεια της βραδιάς πήγα στο βιβλιοπωλείο της Γούναρη που παραμένει ανοιχτό ως τα μεσάνυχτα και πήρα ως δώρο τη φοβερή συλλογή κειμένων του Andre Breton “Ανθολογία του μαύρου χιούμορ” ως δώρο για τον άνθρωπο αυτό που με συγκίνησε τόσο η πράξη του. Για του λόγου το αληθές, το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι κάτι το οποίο δωρίζεις σε κάποιον τον οποίο δε γνωρίζεις, χωρίς για παράδειγμα να έχεις κάποια ένδειξη για τις πολιτικές και θρησκευτικές του πεποιθήσεις ή για τις αναγνωστικές του προτιμήσεις, αν υπάρχουν τέτοιες πέραν των υποχρεωτικών, αν υπάρχουν και αυτές. Παρόλα αυτά, όντας τότε πολύ επηρεασμένος από το κίνημα του υπερρεαλισμού θεώρησα πως αυτή η ανθολογία συγγραφέων όπως οι Swift, Βοκάκιος, Sade, Dali καιDuchamp θα ήταν ένα μοναδικό δώρο μετά από μια τέτοια αναπάντεχη γνωριμία που είχε ήδη μία δόση υπερρεαλιστικής ίντριγκας. Να αναφέρω επίσης πως την περίοδο εκείνη συνέλεγα οποιοδήποτε βιβλίο αναφερόταν σε κάποιο εξεζητημένο ή υπερβολικά συγκεκριμένο τεχνικό θέμα, όντας φανατικός του παιχνιδιού της ανάγνωσης τέτοιων βιβλίων υπό μια υπερρεαλιστική ματιά. Έτσι στη συλλογή μου βρίσκονταν ήδη εγχειρίδια ξιφασκίας, εκτροφής χοίρων, αγελάδων, ψαριών, σαλιγκαριών, ενδυματολογίας, παρουσιάσεως του επαγγέλματος του ψυκτικού και προπαγάνδας εναντίον των κόμικς και της ροκ μουσικής από χριστιανικούς εκδοτικούς οίκους.

Την επόμενη μέρα βρήκα τον κ. Σκάνδαλο στο γραφείο του και μετά από έναν πολύ σύντομο χαιρετισμό ανταλλάξαμε τα αντικείμενά που είχαμε ο ένας για τον άλλον και αποχαιρετιστήκαμε χωρίς κάποια ιδιαίτερη ένδειξη συναισθηματισμού. Το γεγονός πως του είχα δώσει ένα βιβλίο ως δώρο έμοιασε σαν να μην τον άγγιξε καθόλου και φάνηκε σαν να περίμενε ένα κουτί γλυκά ή τέλος πάντων κάτι πιο χρήσιμο και άμεσα αναλώσιμο.

Ένα εξάμηνο πέρασε, η ιστορία αυτή είχε ήδη αρχίσει να περνάει στην άκρη των πρόσφατων αναμνήσεών μου και ένα απόγευμα βρισκόμουν έξω από το κτήριο της σχολής μου καθισμένος σε ένα παγκάκι περιμένοντας να τελειώσει το κενό ανάμεσα σε δύο μαθήματα. Δίπλα μου καθόταν ένας καθηγητής της σχολής μου του οποίου δεν είχε τύχει ποτέ να παρακολουθήσω μάθημα. Το επίθετό του ήταν Ζωντανός και όταν με ρώτησε το όνομά μου, Βασίλης Γαλανός, ξεκινήσαμε μία συζήτηση για τα παράξενα επίθετα. Ο ίδιος ο Ζωντανός, ειρωνικά σε σχέση με το επίθετό του ανήκει στα υποτονικά άτομα με ιδιαίτερα χαμηλή ένταση στη φωνή και μοναδική διακριτικότητα στις κινήσεις του. Μάλιστα μου γνωστοποίησε και μια από τις ενδείξεις αυτοσαρκασμού του, λέγοντάς μου πως για να κάνει πλάκα για την κάθε άλλο παρά πομπώδη συμπεριφορά του, υπογράφει στα διαγωνίσματα των φοιτητών του ως “Still Alive”. Στη συνέχεια, προχωρώντας στη συζήτηση για τα επίθετα ακολούθησε η παρακάτω συζήτηση:

-Που λες, εμένα τη γυναίκα μου στο όνομα τη λένε Πέτρα. Έχουμε έναν οικογενειακό φίλο που ονομάζεται στο επίθετο Σκάνδαλος και εγώ ένα απόγευμα που έκανα συνειρμούς φαντάστηκα πως αν με χώριζε η γυναίκα μου και παντρευόταν αυτόν θα ονομαζόταν Πέτρα Σκανδάλου.

-Χα, μη μου πείτε πως αυτός ο κ. Σκάνδαλος είναι γιατρός στον Άγιο Παύλο;

-Ναι, πού τον ξέρεις;

Του εξήγησα την ιστορία και φάνηκε πως και οι δύο ήμασταν πολύ ευχαριστημένοι με την εύρεση ενός κοινού γνωστού. Κάπου εκεί η συζήτησή μας είχε τελειώσει καθώς ο καθηγητής μου έπρεπε να μπει στην αίθουσα όπου δίδασκε. Από τότε δεν έτυχε να του μιλήσω ξανά με εξαίρεση μερικούς τυπικούς χαιρετισμούς όποτε τον έβλεπα στη σχολή.

Τα χρόνια πέρασαν, αποφοίτησα, πήγα στο στρατό, απολύθηκα και να 'μαι ξανά στο ίδιο σπίτι στην Καλαμαριά, πριν μία εβδομάδα γύρω στις έντεκα το βράδυ να δέχομαι και πάλι ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα. Μία γυναίκα βρισκόταν στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής σύνδεσης και με ενημέρωσε πως ήταν η σύζυγος του κ. Σκανδάλου και πως ένα γράμμα στο όνομά μου το οποίο φαίνεται να περιέχει πάλι μια κάρτα έχει φτάσει και πάλι στην οικοδομή τους. Κανονίσαμε λοιπόν να περάσω και πάλι από το νοσοκομείο του συζύγου της την επόμενη μέρα για να παραλάβω και πάλι την ανανεωμένη μου κάρτα με τη λανθασμένη καταγραφή ταχυδρομικού κώδικα στη διεύθυνση παραλήπτη. Χωρίς να χάσω την ευκαιρία, ανέφερα στη γυναίκα αυτήν τη γνωριμία μου με τον κ. Ζωντανό, μα όσο και αν οι προσπάθειές μου για μια πλήρη περιγραφή του ανθρώπου τούτου ήταν συνεχείς και έντονες, η ίδια δεν κατάφερε να καταλάβει για ποιο πρόσωπο μιλούσα. Στενοχωρήθηκα κάπως μιας και ήμουν πεπεισμένος πως η συζήτηση θα κατέληγε σε αυτό το ευχάριστο συναίσθημα της αντίληψης πως η πόλη στην οποία ζεις είναι πραγματικά ένα μεγάλο χωριό.

Την άλλη μέρα πήγα στο νοσοκομείο του κ. Σκανδάλου, αυτήν τη φορά με άδεια χέρια πιστεύοντας πως τα πράγματα ήρθαν έτσι, δίχως δηλαδή την επιβεβαίωση του κοινού γνωστού, ίσως λόγω του αποτυχημένου δώρου που είχα πάρει πριν τρία χρόνια. Βρήκα και πάλι τον όροφο στον οποίον εργάζεται ο χειρούργος μεσάζοντας της αλληλογραφίας μου με την Εμπορική Τράπεζα και κλήθηκα να τον περιμένω κατόπιν προτροπής ενός συναδέλφου του καθώς τη συγκεκριμένη ώρα χειρουργούσε έναν ασθενή. Τα χρόνια είχαν περάσει και ήδη η μνήμη μου είχε σβήσει την εξωτερική μορφή του ανθρώπου αυτού. Ήμουν επίσης σίγουρος πως και ο ίδιος δε θα με αναγνώριζε, καθώς κυρίως λόγω των μαλλιών και του υπογένειού μου η εμφάνισή μου προφανώς θα δυσχέραινε τη διαδικασία ταύτισης. Μετά από περίπου είκοσι-πέντε λεπτά ο κ. Σκάνδαλος εμφανίστηκε με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, σημάδι του ότι η επέμβαση είχε στεφθεί με επιτυχία. Η σιγουριά με τη οποία βγήκε έξω με έκανε να καταλάβω πως ήταν αυτός, αν και για να είμαι ειλικρινής ακόμα δε μπορούσα να ανακαλέσω τα χαρακτηριστικά του σε σχέση με την τελευταία μας συνάντηση. Με ρώτησε αν είμαι ο Βασίλης και μετά την απάντησή μου άλλαξε μια μπλούζα και κατέβηκε μαζί μου ως το αυτοκίνητό του για να μου δώσει το φάκελο με την κάρτα μου.

Καθώς προχωρούσαμε με ρώτησε για τον κ. Ζωντανό. Προσπάθησα να του τον περιγράψω και πάλι μα δε φάνηκε να τον γνωρίζει, σε σημείο τέτοιο που άρχισα να αμφιβάλλω για το τι θα μπορούσε να έχει σκαρφιστεί ο καθηγητής μου. Με ρώτησε σε ποια σχολή διδάσκει και μόλις άκουσε τη λέξη-κλειδί “βιβλιοθηκονομία” η συζήτηση άλλαξε αμέσως. Επιβεβαιώνοντας μέσα από δύο ακόμα ερωτήσεις την επαγγελματική μα και προσωπική σχέση μου με τα βιβλία, με πολύ ευγενικό τρόπο μου ανέθεσε δύο αποστολές ευρέσεως βιβλίων, που σύμφωνα με τα λεγόμενά του έψαξε όσο μπορούσε στην Ελλάδα και δε μπόρεσε να τα βρει. Μου ζήτησε, λοιπόν, να κάνω μια έρευνα στο διαδίκτυο και εάν βρω τα βιβλία να του τα παραγγείλω. Η πρώτη αφορούσε το βιβλίο “Δεκαήμερον” του Ιταλού συγγραφέα Βοκάκιου. Η ένστασή μου ήταν άμεση, καθώς το συγκεκριμένο βιβλίο κυκλοφορεί σε δύο τόμους στην ελληνική, εδώ και κάμποσα χρόνια, χωρίς να παρουσιαστεί ποτέ έλλειψή του. Του σύστησα και το συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο από το οποίο μπορεί να το προμηθευτεί σε πολύ καλή τιμή και αμέσως ρώτησα για το δεύτερο μέρος της αποστολής μου. “King Jesus” του Robert Graves. Ρώτησα για το περιεχόμενο του βιβλίου το οποίο δεν ήξερα και έμαθα πως είναι μία ιστορία που παρουσιάζεται ως ιστορικό μυθιστόρημα, από έναν ιστορικό ο οποίος ίσως φοβόταν την κοινωνική κατακραυγή που θα επερχόταν αν εξέδιδε τα στοιχεία που δίνει σε αυτό το βιβλίο υπό μορφήν επιστημονικού συγγράμματος. Η ιστορία ενός Ιησού Χριστού ο οποίος έχει βασιλική καταγωγή ήταν αρκετή για να κάνει το βιβλίο αυτό να ανήκει στο Ίντεξ απαγορευμένων βιβλίων της καθολικής εκκλησίας και που, σύμφωνα με τον κ. Σκάνδαλο, τα πρώτα χρόνια της έκδοσής του οι καθολικοί αγόραζαν οποιοδήποτε αντίγραφο του βιβλίου με μόνο σκοπό να το καταστρέψουν. Όντας κι εγώ αρκετά επηρεασμένος από δύο δοκίμια του Michel Onfray που είχα διαβάσει πρόσφατα, συνέχισα παθιασμένος τη συζήτηση, φτάνοντας να μιλάω για το σκόλοπα που κατέτρωγε τον Απόστολο Παύλο και τις αρρωστημένες βάσεις που ο τελευταίος έθεσε στη θρησκεία του χριστιανισμού.

Μιλώντας για κάνα τέταρτο για σκόλοπες και σκολοπισμούς δίπλα στο πορτμπαγκάζ του κ. Σκάνδαλου κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο, αποφάσισε να μου δωρήσει ένα βιβλίο του που είχε πρόχειρο εκεί σε πολλά αντίτυπα. Το βιβλίο αυτό ήταν κάτι το ιδανικό για τη συλλογή μου και αισθάνθηκα μετά από αρκετά χρόνια αυτήν τη μοναδική χαρά του να κρατώ στα χέρια μου μια πολυτελή έκδοση με γυαλιστερό χαρτί και σκληρό εξώφυλλο, όπου το όνομα συγγραφέα είναι “Ιωάννης Σκάνδαλος”, ο τίτλος του βιβλίου είναι “η γάγγραινα Fournier” και ανάμεσα στα περιεχόμενα του δέσποζαν εικόνες προχωρημένης σήψης γεννητικών οργάνων εξαιτίας της ασθένειας αυτής, καθώς και επιχειρηματολογία σχετικά με την πιθανότητα του να έπασχε από αυτήν την ασθένεια κάποιος Ηρώδης που έζησε περίπου την ίδια εποχή με το συνώνυμό του βασιλιά που όλοι γνωρίζουμε από τις αφηγήσεις τις Καινής Διαθήκης. Εμφανώς χαρούμενος και εντυπωσιασμένος ευχαρίστησα τον κ. Σκάνδαλο για το υπέροχο δώρο του και του υποσχέθηκα πως θα τον ενημερώσω μόλις έχω νέα για το βιβλίο που αναζητά. Ο καθένας μας ακολούθησε το δρόμο του και εγώ περπατώντας έκανα τη σύνδεση στο νου μου: ο Βοκάκιος περιέχεται στην “Ανθολογία του Μαύρου Χιούμορ” που χάρισα στο φίλο μου πριν από τρία χρόνια. Άραγε ο άνθρωπος αυτός έμαθε για το Βοκάκιο μέσα από αυτήν την ανθολογία ή γνώριζε για αυτόν μέσα από άλλες πηγές; Τα σενάρια που έκανα προχωρώντας ήταν τα ακόλουθα:

Προφανώς δε γνώριζε το Βοκάκιο πριν το δώρο μου, διάβασε το βιβλίο, του έκανε εντύπωση, συγκράτησε το όνομα, έκανε κάποιες προσπάθειες να βρει το βιβλίο, απέτυχε και από τότε έχει το απωθημένο να διαβάσει Βοκάκιο. Τα χρόνια πέρασαν και όπως εγώ δε θυμόμουν το πρόσωπό του, αυτός δε θυμόταν πως εγώ του έδωσα την πρώτη πηγή για το Βοκάκιο.

Γνώριζε το Βοκάκιο προτού να του δώσω το βιβλίο και το γεγονός πως του έδωσα μια ανθολογία που τον περιέχει τον έκανε να με ρωτήσει αν μπορώ να του βρω κάτι παραπάνω. Απλώς ξέχασε να μου αναφέρει κάτι σε σχέση με την ανθολογία.

Γνώριζε το Βοκάκιο είτε πιο πριν είτε έμαθε γι' αυτόν αργότερα, απλώς δε διάβασε ποτέ το βιβλίο και έτσι δεν έχει καν επίγνωση της σύμπτωσης η οποία με απασχολεί στο συγκεκριμένο μέρος αυτής της αφήγησης.

Κάνοντας αρχικά μια βόλτα στην πλατεία Ναυαρίνου, έδειξα το βιβλίο του κ. Σκάνδαλου σε ορισμένους φίλους μου, λάτρεις του ιδιότυπου και του εκκεντρικού. Το βιβλίο προκάλεσε αίσθηση και σκάνδαλο στην πλατεία και τρία άτομα μου ζήτησαν να το δανειστούν για είκοσι λεπτά ο καθένας για να το δείξουν και σε κάποιον ακόμα φίλο τους που κάθεται πιο πάνω. Η ώρα πέρασε και μόλις πήρα το βιβλίο πίσω και από τον τελευταίο ενοικιαστή, πήγα στο σπίτι και αφότου έλεγξα τα μηνύματα στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο, έκανα την πρώτη μου έρευνα για το βιβλίο του Graves. Έκανα μια πρώτη αναζήτηση σε ελληνικές βάσεις δεδομένων για να δω μήπως έχει μεταφραστεί και μπορώ έτσι να του προσφέρω μια πιο εύληπτη μεταφρασμένη εκδοχή του τεκμηρίου που τον ενδιαφέρει. Μυστηριωδώς στα ελληνικά κυκλοφορούν αρκετά βιβλία του ίδιου συγγραφέα, των οποίων όμως το περιεχόμενο κάποιος ίσως να μπορούσε να το θεωρήσει ελάσσονος σημασίας. Έψαξα, λοιπόν, και στη μεγαλύτερη ιστοσελίδα δημοπρασιών στον κόσμο και βρήκα πάρα πολλά διαθέσιμα αντίτυπα του βιβλίου, σε εξευτελιστικές μάλιστα τιμές. Αμέσως παρήγγειλα ένα φθηνό μεταχειρισμένο αντίτυπο του βιβλίου, έκδοσης του 1990, που βρισκόταν σε καλή κατάσταση σύμφωνα με τα λεγόμενα του πωλητή. Επιβεβαιώνοντας την αγορά ένοιωσα το συναίσθημα που με ώθησε στο να καταγράψω αυτήν την ιστορία, αυτό της ολοκλήρωσης των συμπτώσεων. Γνώριζα πως σε μία με δύο εβδομάδες το βιβλίο θα είναι εδώ, θα τηλεφωνούσα στο χειρούργο φίλο μου και θα του ανακοίνωνα την άφιξη του βιβλίου και αφότου θα συναντιόμασταν και θα του το έδινα, ο κύκλος πραγματικά θα έκλεινε και θα περίμενα την αρχή κάποιας νέας ιστορίας.

Πριν όμως το βιβλίο να έρθει, το ντόμινο των συμπτώσεων έπρεπε να συνεχιστεί για λίγο ακόμα. Πριν δύο μήνες βρισκόμουν στην Αθήνα για τις προετοιμασίες ενός μουσικού εγχειρήματος με έναν ράπερ που μένει εκεί, ο οποίος είναι πολύ επηρεασμένος από το έργο του μαρκησίου de Sade, ενός ακόμα ανθολογούμενου στο ίδιο βιβλίο με το Βοκάκιο. Ο εν λόγω ράπερ, όσον καιρό βρισκόμουν εκεί, μίλησε για μένα σε έναν δεκαεξάχρονο φίλο του από το Μεσολόγγι, ο οποίος έδειξε άμεσο ενδιαφέρον για τη μουσική μου. Γνωριστήκαμε διαδικτυακά, μιλήσαμε γενικά και αόριστα κάποιες φορές, μα τρεις μέρες μετά τη δεύτερη συνάντησή μου με το χειρούργο μιλήσαμε αναλυτικότερα μέσω του διαδικτύου. Ο Άκης, λοιπόν, μου ζήτησε να του προτείνω κάποια βιβλία για να διαβάσει, μιας και ο κοινός μας φίλος στην Αθήνα του είπε πως διαβάζω πολύ. Όταν τον ρώτησα τι βιβλία του αρέσει να διαβάζει συνήθως, μου έδωσε μία απάντηση που για μένα εξισώθηκε με το τελειωτικό χτύπημα που θα μπορούσε να μου δώσει η θεά των συμπτώσεων. Αγαπημένος του συγγραφέας είναι ο Βοκάκιος, ο Ιταλός αυτός που κατέγραψε πριν εκατοντάδες χρόνια τις προστυχιές που συνέβαιναν στα καθολικά μοναστήρια. Μάλιστα, η εμμονή του για αυτόν το συγγραφέα τον έκανε να φέρει και το ψευδώνυμο “καλόγερος” ανάμεσα στους φίλους του. Ενώ μιλούσαμε και αφότου μου είχε δηλώσει πως είναι κατηγορηματικά άθεος – κάνοντάς με να ξαναναφέρω το Michel Onfray μέσα σε τρεις μέρες – με ρώτησε αν πιστεύω στη μετενσάρκωση. Ξεκινώντας να του αραδιάζω τις θεωρίες μου, που δεν είναι επί του παρόντος να αναλύσω, αυτός μου είπε πως παρά το γεγονός ότι είναι άθεος, πιστεύει στη μετενσάρκωση για τον απλούστατο εξής λόγο: πιστεύει πως είναι η μετεμψύχωση του Βοκάκιου. Έχει δημιουργήσει μάλιστα και ένα ιστολόγιο με το όνομα του αγαπημένου του συγγραφέα. Η έκπληξή μου για τη σύνδεση όλων αυτών των γεγονότων ήταν μεγάλη, έτσι που δεν είχα το κουράγιο να κάτσω να περιγράψω όλα αυτά στο μικρό Βοκάκιο μέσω ενός προγράμματος ζωντανής αναμετάδοσης γραπτών μηνυμάτων στο διαδίκτυο. Ένα ακόμη μικρό μέρος της σύμπτωσης είναι πως αφότου για τον κ. Σκάνδαλο είχα παραγγείλει διαδικτυακά ένα βιβλίο, χωρίς ο Άκης να γνωρίζει κάτι γι' αυτό με ρώτησε πώς μπορεί να παραγγείλει βιβλία από ελληνικές ιστοσελίδες βιβλιοπωλείων μιας και δε συμπαθεί καθόλου τους βιβλιοπώλες του Μεσολογγίου, που τον κατακρίνουν για τις επιλογές του, λες και επιτελούν το έργο μιας μικρογραφίας του καθολικού Ίντεξ.

Το βιβλίο κατέφθασε σχετικά γρήγορα, ακριβώς μια εβδομάδα μετά την παραγγελία. Τηλεφώνησα στον κ. Σκάνδαλο να του το ανακοινώσω, πετυχαίνοντας τον στο μέσο μιας εργασίας. Πολύ γρήγορα κανονίσαμε να βρεθούμε σε δύο μέρες. Πέντε λεπτά αφότου κατέβασα το ακουστικό δέχτηκα μια κλήση. Ήταν η σύζυγος του κ. Σκάνδαλου η οποία ήθελε να μου ανακοινώσει πως τελικά γνωρίζουν το κ. Ζωντανό και πως μάλιστα έχουν αρκετά καλές σχέσεις, σε επίπεδο επισκέψεων στο σπίτι του καθενός, απλώς τους διέφευγε το επίθετό του. Ο άνθρωπος πίσω από τη γνωριμία των οικογενειών Σκάνδαλου και Ζωντανού είναι μια βιβλιοθηκονόμος που ζει και εργάζεται στην πόλη των Σερρών. Σημειωτέον πως η εδώ και τρεις μήνες συγκάτοικός μου κατάγεται από την ίδια πόλη. Μετά το τηλεφώνημα αυτό ήταν φανερό πως η σχέση μας απέκτησε μία μεγαλύτερη βάση. Σε δύο μέρες βρήκα και πάλι τον κ. Σκάνδαλο και του έδωσα το βιβλίο, χωρίς βεβαίως να δεχτώ την οικονομική κάλυψη των εξόδων μου για το βιβλίο μιας και το να του δωρίσω αυτό το ποθητό για αυτόν τεκμήριο θα ήταν η ελάχιστη ανταπόδοση που θα μπορούσα να προσφέρω όχι μόνο στο συγκεκριμένο κύριο για όσα μου έκανε, μα και σε όλην αυτήν τη σειρά των γεγονότων που μόνον ευχάριστα ερωτηματικά μπόρεσαν να μου δημιουργήσουν.

Έχουν περάσει δύο εβδομάδες από τη μέρα που έλαβε χώρα η τελευταία μου συνάντηση με το γιατρό. Μέχρι τώρα ο κύκλος αυτών των συμπτώσεων φαίνεται να έχει κλείσει, αν και τα πάντα είναι ακόμα πιθανά. Πιστεύω πως θα πρέπει ο κ. Ζωντανός και η γυναίκα του Πέτρα να εμφανιστούν για κάποιο λόγο μπροστά μου μέσα στις επόμενες μέρες και να μου πουν πως είναι από το Μεσολόγγι και πως ένας φίλος τους βιβλιοθηκονόμος έχει ανοίξει εκεί ένα βιβλιοπωλείο και του κάνει τρομερή εντύπωση ένας δεκαεξάχρονος που έρχεται και παραγγέλνει βιβλία του Sade.

Κεφάλαιο δεύτερο: Η διπλή εμφάνιση μιας εβραϊκής βίβλου στα πρώτα βήματα ενός νεαρού καμπαλιστή μαζί με την εξαφάνιση και επανεμφάνιση μιας παλιάς μεταφρασμένης έκδοσης του “Φάουστ”

Πριν τέσσερα περίπου χρόνια, όντας φοιτητής ακόμα, πέρασα μια μεγάλη περίοδο ενασχόλησης με την Καμπαλά, τη μυστικιστική αυτή τάση αντιστροφής των όρων στα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης – ή αλλιώς Εβραϊκής Βίβλου – για την πλήρη κατανόηση του περιεχομένου της, καθώς για για τη συνειδητοποίηση των ενεργειών που διέπουν το σύμπαν. Μεγάλοι και ρηξικέλευθοι συγγραφείς που δεν έδειξαν ποτέ να έχουν ιδιαίτερες μεταφυσικές ανησυχίες έτρεφαν παρόλα αυτά μια συμπάθεια προς τις καμπαλιστικές μεθόδους, λόγω της παιγνιώδους τάσης της φιλοσοφίας αυτής να είναι σε θέση να φέρει τα πάνω κάτω. Το πιο απλό παράδειγμα: Η φράση “Και ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο” μετατρέπεται γρήγορα στο “Και ο άνθρωπος έφτιαξε το Θεό”. Kafka, Tzara, Breton, Borges, Calvino, Perec, ιδού μερικά από τα ονόματα κάποιων από τους αγαπημένους μου λογοτέχνες που η επιρροή της καμπαλά είναι αισθητή σε πολλά σημεία του έργου τους. Και αναφέρομαι μόνο σε λογοτέχνες για να μην επεκταθώ σε δοκιμιογράφους.

Όλα αυτά τα παιχνίδια έγκεινται σε μια προσπάθεια εναλλακτικής ανάγνωσης και στα σίγουρα αυτό ιντριγκάρει ιδιαίτερα ένα δυτικό μελετητή της καμπαλά που γνωρίζει το γεγονός ότι η εβραϊκή βίβλος, όπως και κάθε εβραϊκό κείμενο είναι γραμμένο από τα δεξιά προς τα αριστερά. Σε ένα βιβλίο μαγείας γραμμένο από το γνήσιο δόκτορα Φάουστ είχα βρει μια επίκληση που διαβάζεται βουστροφηδόν, όντας γραμμένη με εναλλαγή γλώσσας από ελληνικά σε εβραϊκά ανά σειρά.

Την ίδια περίοδο είχα γνωρίσει και έναν εκκεντρικό κρητικό ο οποίος τριγυρνούσε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης σε αναζήτηση συνομιλητών, πάντα με ένα αντίτυπο της παλιάς έκδοσης του μεταφρασμένου “Φάουστ” του Goethe. Όταν πρωτομίλησα μαζί του, μετά από μία μακριά συζήτηση για τον ερμητισμό, τον κάλεσα σπίτι μου. Αυτός δέχτηκε και πήρε μαζί μου το λεωφορείο. Μετά από τρεις στάσεις όμως, συνειδητοποίησε πως είχε ξεχάσει το τσαντάκι με την ταυτότητα και το “Φάουστ” στην πλατεία Ναυαρίνου όπου καθόμασταν πριν. Αμέσως κατέβηκε και πήγε να ψάξει εκεί. Αργότερα, το βράδυ, που μου τηλεφώνησε, μου ανακοίνωσε πως οι προσπάθειές του ήταν μάταιες και πως κάποιος του είχε ήδη πάρει το τσαντάκι και πως έτσι έχασε οριστικά και το “Φάουστ”. Το μόνο που μπορούσα να του πω για να τον παρηγορήσω εκείνη τη στιγμή ήταν πως του υπόσχομαι να του βρω ένα ολόιδιο αντίτυπο του βιβλίου αυτού, το οποίο ο ίδιος νόμιζε πως είναι μοναδικό γιατί δεν κυκλοφορεί πλέον. Εγώ όμως γνώριζα πως η ίδια μετάφραση κυκλοφορεί κανονικά και μάλιστα σε εκπτωτικό βιβλιοπωλείο με μόνη διαφορά το εξώφυλλο. Έτσι θα μπορούσα να του το πάρω και ως δώρο μια από τις επόμενες μέρες, πράγμα που δεν έκανα τελικά, μάλλον γιατί το ξέχασα.

Η ενασχόλησή μου με αυτά τα ζητήματα με έκανε να θέλω να αποκτήσω μια βίβλο γραμμένη στα εβραϊκά, καθαρά και μόνο για να νιώσω την αίσθηση του να κρατώ ένα “ιερό” βιβλίο γραμμένο από το δυτικό τέλος προς την αρχή. Όταν μέσα από την ιστοσελίδα Couchsurfing, τον παγκόσμιο αυτόν κόμβο ανταλλαγής πολιτισμικών στοιχείων, μου έγινε μια αίτηση φιλοξενίας από μια γυναίκα αγγλίδα στην καταγωγή που μένει στο Ισραήλ, σκέφτηκα πως ήταν η κατάλληλη ευκαιρία. Της ζήτησα, λοιπόν, να μου φέρει όταν έρθει ένα αντίτυπο της βίβλου στα εβραϊκά.

Λίγες μέρες προτού η γυναίκα αυτή με επισκεφθεί έμαθα πως θα έπρεπε να φύγω για το χωριό μου το βράδυ που αυτή θα έφτανε στο σπίτι όπου διέμενα με την τότε συγκάτοικό μου. Πράγματι, η μέρα εκείνη ήρθε και η Julie μου έφερε το πολυπόθητο βιβλίο. Μία έκδοση του 2001 σε χαρτί καλής ποιότητας, και ύψος περίπου όσο μια μέση ανδρική παλάμη. Μόλις που πρόλαβα να την ευχαριστήσω, όταν η θεία μου ήρθε για να με πάρει με το αυτοκίνητό της για να πάμε στο χωριό μου. Τοποθέτησα με προσοχή τη βίβλο στην τσάντα μου για να τη μελετήσω αναλυτικότερα στο χωριό μου και ξεκίνησα το ταξίδι με τη θεία μου. Αυτή μου ανακοίνωσε πως θα κάναμε μια στάση σε μια εκκλησία έξω από τη Θέρμη με την οποία σχετίζεται και επισκέπτεται συχνά. Έγνεψα καταφατικά, λοιπόν, και όταν φτάσαμε εκεί μου είπε πως πρέπει να μεταφέρω δύο μεγάλες βαριές κούτες μέσα σε μια αποθήκη που βρισκόταν έξω από την εκκλησία. Έτσι και έκανα.

Ανοίγοντας την πόρτα μύρισα κατευθείαν τη γνώριμη μυρωδιά του μουχλιασμένου χαρτιού που βρίσκω σε παλιαιοβιβλιοπωλεία ή και που έμαθα να αναγνωρίζω στη βιβλιοθήκη του γυμνασίου μου. Βρήκα ένα διακόπτη φωτός και η εικόνα που αντίκρισα μου δημιούργησε ταυτοχρόνως αισθήματα εντυπωσιασμού για το μέγεθος του υλικού που βρισκόταν εκεί, οργής για την άθλια κατάσταση στην οποία βρισκόταν, και απορίας για το πώς βρέθηκαν όλα αυτά εδώ. Το ένστικτο του σωτήρα των εγκαταλειμμένων βιβλίων ξύπνησε μέσα μου και φυσικά επειδή δε μιλούσαμε για ένα ή δύο βιβλία που θα μπορούσα να καταχωνιάσω στις φαρδιές τσέπες μου, αποφάσισα να ζητήσω εξηγήσεις για το τι συνέβαινε εκεί και για το αν μπορώ να έχω κάποιο δικαίωμα απόκτησης πάνω σε κάποιο μέρος του υλικού αυτού που μπορεί να με ενδιαφέρει. Ρώτησα, έτσι, την “πρεσβυτέρα” του ναού για αυτά τα θέματα και η απάντησή της έκανε το μάτι μου να γυαλίσει: “Αγόρι μου, αυτά είναι βιβλία που μας έχουν χαρίσει κατά καιρούς αλλά δεν τα χρειαζόμαστε, γι' αυτό τα βάζουμε εκεί. Αν θέλεις οτιδήποτε, βρες μια άδεια κούτα και βάλε μέσα ό,τι θέλεις”. Ρώτησα τη θεία μου πόση ώρα ακόμα θα κάτσει εκεί. Μου απάντησε πως επειδή φοβόταν πως βαριέμαι σκόπευε να φύγει σύντομα, μα πως εάν τώρα λόγω της ανακάλυψής μου θέλω να κάτσω περισσότερο, η ίδια διατίθεται να κάτσει για ένα ακόμα δίωρο.

Και έτσι οι “αρχαιολογικές” μου ανασκαφές ξεκίνησαν. Ανάμεσα σε μερικά “διαμάντια” για τη συλλογή μου, όπως ένα βιβλίο τετρακοσίων σελίδων με βίους αγίων, εκδοθέν το 1790 και αυτή τη στιγμή ό,τι το αρχαιότερο στη συλλογή μου, την παλιά έκδοση της “Αναφοράς στο Γκρέκο” του Καζαντζάκη και διάφορα άλλα μικρά ευρήματα, δύο τεκμήρια ήταν που με έκαναν να ανασκιρτήσω. Το πρώτο ήταν ένα ακριβές αντίγραφο της έκδοσης του “Φάουστ” που έχασε ο κρητικός φίλος μου. Το δεύτερο ήταν μία έκδοση της εβραϊκής βίβλου ακριβώς στο ίδιο ύψος με αυτήν που απέκτησα τρεις ώρες νωρίτερα, αλλά σε έκδοση του 1951, ακριβώς δηλαδή πενήντα χρόνια πριν τη δική μου έκδοση. Με την αρχικά άδεια κούτα μου γεμάτη πλέον έφυγα με τη θεία μου πανευτυχής για τα γλυκά δείγματα παιχνιδιού της μοίρας και το μεσημέρι της επόμενης μέρας τηλεφώνησα στον κρητικό φίλο και του ανακοίνωσα πως έχω στα χέρια μου το ακριβές αντίγραφο του αγαπημένου του βιβλίου και πως μόλις γυρίσω θα πρέπει να συναντηθούμε για να του το παραδώσω, όπως και έγινε. Ενημέρωσα στη συνέχεια και τη συγκάτοικό μου για το ενδιαφέρον γεγονός με τις δύο βίβλους που το μετέφερε στη Julie.

Κάπως έτσι έκλεισε ο μυστικιστικός αυτός κύκλος συμπτώσεων, όπως κλείνει ο κύκλος προστασίας του μάγου προτού ξεκινήσει μια τελετή επίκλησης.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

The post-pyramidal structure of wisdom.

The post-pyramidal structure of wisdom.
onesecbeforetheend
The world that we perceive consists of objects and subjects. The objects are basically defined as data. Facts that lie on the basis of the pyramidal scheme I will try to describe in this text. The subjects are the beholders and the receivers of these objects. In order for them to become receivers of the objects, they must transform the data into something else, more subjective for their criteria. This transformation of data is called information. Data with given meaning. This creates a second level to the pyramid I am describing. When the given information is acquired by a given subject and then used for the creation of new information, it can then be called knowledge. It is not an agent of change anymore, but a standard characteristic of the given subject that can generate agents of transformation and information. This adds the third level to the pyramid. The reader can understand that knowledge is even more subjective than information, so its length must be narrower than the one of information. The fourth, and perhaps final, level of the pyramid is the one of wisdom. When the acquired knowledge reaches a high level of saturation for the understanding of objectivity, one reaches the awareness of her or his personal wisdom. Wisdom is then a sign of personality. The ultimate way of distinction between people's different character. Wisdom stands on the top of the pyramid as the last and ultimate transformation of the essence of data, the pyramid's base.
If one takes this description into account, can see the structure of a pyramid with a stable basis, that consists of potentially infinite lowest units of data quanta, whether their name is that, or quarks, or bits. This pyramid must necessary not have just one top. Its tops are potentially infinite as the number of potential receivers of information that exist in the potentially infinite universe. So, the beholder of this text, has to imagine a base of stable infinite length that draws paths of specification from objectivity to subjectivity towards an infinite number of tops. So if one thinks of the base, just for the sake of this argument, as a traditional square type of a pyramidal base – where the square includes infinite points – , another can think of its extension of tops being equally square shaped. So, this post-pyramid can look like a cube. Of course the original shape of the base is quite abstract as the shape of a side of infinite length can be. Consisted of extremely structured particles, though. And the levels of information, knowledge and the tops of wisdom can be equally different in terms of height and direction, depending on the time required for the data to be transformed into every individual agent's wisdom. The connection is a necessity, as objective data reflects subjective wisdom and vice versa.